Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Αγιώρης





 

 

 










 
 








Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Οικοτεχνίες,Οι φερτοί και οι … Φευγάτοι, Ο Αγιώρης με τις εικόνες,






Ποτέ τους οι Μπασταίοι δεν πέρασαν από καθαρό κυνηγετικό στάδιο . Όπως όλοι οι λαοί , πατήσανε κι αυτοί στην προκοπή των άλλων , κατά πως ο κοινωνικός νόμος προστάζει και το πήδηξαν . Κι αυτό τους έμεινε κουσούρι .
     Κυνηγούν στο ύπνο τους λαγούς με πετραχήλια … Άγρια γουρούνια με χαβιά κι ορνίθια περλεκάτσι . Τέτοια κυνήγια απολαμβάνουν οι περσότεροι Μπασταίοι . Φέρτσα από τον Ερυμάνθιο κάπρο , ζουμί απ’ τα όρνια της Στυμφαλίας  και λαγούς ίσια με δέκα οκάδες ο καθένας . Και αν έλειπε και κάτι , βρέχανε το πετραχήλι και πάντα γινόταν πρόσβαρος . Πώς να βάλεις στον τέντζιερη γεννησαρούδια … Α ! παπαπαπά ! …
Κάποιοι Μπασταίοι ανάπτυξαν ξεχωριστή ικανότητα να κυνηγάνε . Απόγονοί τους ζουν ακόμα και σήμερα . Δυο  Γιώργηδες  ο Τζούκας κι ο Διαμαντής με ειδικότητα  στο σύρμα . Έμαθαν καλά την τέχνη από τον Κατσιαβόγιαννη και τον 
Στο κυνήγι με θηλιές και σύρμα , κατέχουνε τα σκήπτρα ο Κυριάκος , γιός του παπαΧρήστου  κι ο Μήτσιος  Μπίρμπας , μέχρι που έγινε παπάς . Του ’μειναν απ’ τους λαγούς τόσα … πετραχήλια και τι κάνει ο χριστιανός . Έγινε παπάς . Μα τι Παπάς ! Πάπαρος , σου λένε . Σαν άνοιγε το στόμα του , αγγελική η μελωδία …
Με δόκανα … ο ΤζουκοΓιώρης , ο άντρας της Αντώνας … κι άλλοι .
Με τσιάγκρες , δίκανα πισογιεμεί και καραμπίνες , ο τζουκοΚώστας και το παιδί του , ο Γιώρης . Του Τζούκομήτσιου ο Γιάννης , που σκοτώθηκε στην Αλβανία . Ο Γιώρης ο Φιλιπακόπουλος , ο Πάνος του Μηνά ή Ντρίνας ... Σαν πιο παλιός , θρυλείται ο Αράπης . Μα κι δισέγγονός του ο Αντωνόπουλος ο Μήτσιος ...  Ο … και ο … Πάρα πολλοί 
Με τις θυλιές , μετα το θρυλικό Καλολετσιάνο , το Μήτσιο το Μπαρέζο  … όλοι , όλο και κάτι κάνανε …
Με τσάκες .
Τις ιχνηλατήσεις , οι πολύ σοβαροί  , τις σημείωναν με αδρότητα στο πίσω μέρος του μυαλού τους και σε κανένα δε βγάζαν τσιμουδιά . Μα σαν κάποιος τους προκαλούσε για ν’ αποσπάσει κάποια υποψία , ούτε πράχτορας της KGP ή άγιος ξομολόγος να ‘τανε … Όλοι οι άλοι κινηγούσαν πετραχίλια …
- Είδατε κάνα λαγό ; …  
- Πως σου ’ρθε χριστιανέ μου ; Έχεις καμιά λιγούρα ;
- Έπεσε και θανατικό στα μαύρα .  Ξεπουντουλώθηκαν ούλοι . Ηπατίτιδα λένε οι ειδικοί …και γι αυτό η εκκλησιά απαγορεύει να τρώμε τα θράσια …
- Ούτε για μεγιά ;
- Ούτε για μεγιά !


Κτηνοτροφία

Στα μέσα της  περασμένης  χιλιετίας , στο χωριό Μπάστα κατοικούσαν βέροι Μπασταίοι και Μπασταίες ή κι αλλιώς : Μπαστιώτες και Μπαστιώτισσες . Και αυτό γινόταν για εξακόσια και βάλε χρόνια , χωρίς επιστημονικοφανείς τσιγκουνιές στο λογαριασμό . Ζούσαν μια χαρά με τα ζωντανά και τη φτώχια τους . Η άγρια φύση έτρεφε τα κοπάδια τους και οι Μπασταίοι τρέφονταν απ’ αυτά . Ακολουθώντας την επιταγή της μάνας φύσης , που όλοι οι λαοί ακολούθησαν στην πορεία τους , προχώρησαν στο επόμενο στάδιο του πολιτισμού . Τη γεωργία . Δε γκαταλείψανε ποτέ τους το κυνήγι  και την κτηνοτροφία . Η διαφορά από το χθες τους , είναι πως τώρα έχουν σπουδαγμένους συμβουλάτορες , γεωπόνους , κτηνιάτρους και άλλους ειδικούς , που βάλανε τσιπάκια  σκουλαρίκια στα αρνιά και τα κατσίκια , στα τραγιά και τα κριάρια , στα γιδοπρόβατα και τα βοϊδομούσκαρα[1] τους ! Τι κατάντημα κι αυτό , θα ‘λεγαν όλοι οι παλιοτσελιγκάδες , στρίβοντας με οργισμένα χασκόγελα μέχρι να ξηλώσουν τα μουστάκια τους, αν δεν έκαναν και τίποτ’ άλλο . Να κι ένα καλό που φέρνει η κατουντήστα …
       
Κάιν και Άβελ . Ο Κάιν δε σκότωσε τον Άβελ κι ας λέει ό,τι θέλει η γραφή … Ο Μπασταίος γεωργός , αν επιχείρησε πολλές φορές να δολοφονήσει το βοσκό , δεν κατάφερε .
Στο τέλος , από το 1980 και μετά αδελφώσανε πραγματικά . Είναι οι ίδιοι πια Καιν και Άβελ . Καλλιεργούν για τα οργανωμένα τους κοπάδια …
Οι Μπασταίοι έπαιρναν τη γη τους με κόπο και ποτάμια ιδρώτα , ξεκουρβουλώνοντας την άγρια φύση , που έτρεφε τους ίδιους και τα ζωντανά  τους . Την εξημέρωναν , την έκαναν αγρούς ποτιστικούς και ξερικούς . Χλόιζαν τα σπαρτά . Στάρια , κριθάρια , αραποσίτια . Ντοματιές , φασουλιές , κολοκυθιές και ρεβιθιές … Είχαν αμπέλια και σταφίδες , σαν τον κοντοχωριανό τους Τριτσιμπίδα … Θέριευαν τα καρποφόρα δέντρα . Ελιές , συκιές και απιδιές … Μοσκοβολούσαν τότε οι καρποί στ’ αλώνια , τα κασόνια και τ’ αμπάρια . Γιομάτα τα βουτσιά και τα βαγένια , γιοματάρια με τον άκρατο οίνο και όξος . Μοσκοβολούσε ο τόπος από τον άκρατο οίνο  και όξος … Έπινες κρασί και φούντωνε ο θυμός στο Πι και φι . Έπινες το ξύδι  και σου περνούσε αμέσως ο θυμός … Η ευθυμία έπαιρνε τη θέση του και όποιον πάρει ο χάρος . Ιδίως … τα φαρμάκια . Τα στέλναν μονομιάς στον  πάτο κι ακόμα πιο κάτω …
 Οι πιο παλιοί … Οι φωναίοι , οι Λαμπραίοι , οι Τζουκογιανναίοι , οι Βγεναίοι οι Κρυελεσαίοι  οι σκουταίοι και οι Νικολαίου …


Το τραϊ . Πρώτη προσπάθεια εξημέρωσης του τόπου πρέπει να έγινε με την κτηνοτροφία . Αυτό απηχείται σε  ένα θρύλο του χωριού . Την πηγή του νερού της βρύσης , λέει ο θρύλος , την ανακάλυψε ένας τράγος . Κάπου στου Κακόση ή στου Μουρτζιούκου , βγήκε από το ρουμάνι της ρεματιάς με βρεγμένο το μούσι . Ακολούθησε το μπουγάζι από το οποίο βγήκε το τραϊ και πάρμαξε ο άνθρωπος βλέποντας το νερό να τρέχει . Ήπιε κι αυτός από το νερό της πηγής , έριξε και μερικές μπούφλες στα μούτρα του να δροσιστεί και γύρισε στο κονάκι . Κάπου εκεί κοντά στην Παλιόστανη θα ’χε τη στρούγκα του ο βοσκός .  Και για χάρη του τραγιού , ονόμασε Μπάστα το χωργιό … Κάποιος τσέλιγκας  , σίγουρα … ίσως … ποιος ξέρει . Μπορεί … και να , μπορεί και όχι …
Είναι βέβαιο πως όλος ο τόπος , που είναι τώρα το χωριό , πρέπει να ήτανε αδιαπέραστο δάσος . Ακόμα και σήμερα , λίγο να αφήκεις ακαλλιέργητο τον τόπο και τα βάτα , οι φροξιλιές , τα πλατάνια , οι αγρικερασιές , οι αργιές , οι αγραμπελίνες , τα λίζβατα και κάθε είδους φυτό καλύπτει ταχύτατα τον ελεύθερο  χώρο . Δεν υπάρχει φυτό που να μη φύεται κι ευδοκιμεί σ’ αυτό τον τόπο …

Τα κοπόδια . Ο τόπος είναι τόσο μικρός και τα βοσκοτόπια λιγοστά … Τα κοπάδια από πρόβατα , γίδια ή μουσκάργια ήταν λιγοστά και σε μικρό αριθμό ζώων … Όλοι στο χωριό , λίγο πολύ είχαν από ένα- δυό μαρτίνια μέχρι και ένα μικρό κοπάδι ως 100 μικρά ζώα μερικοί . Τα νοικοκυριά , κατά καιρούς , ανάλογα με τις ανάγκες τους , αύξαιναν τον αριθμό τους ή και τον ελάττωναν …
Μόνο για τα μεγάλα ζώα , τ’ άλογα , γαϊδούργια , μουλάργια και παλιότερα μουσκάργια , αποθήκευαν φάγνα , βρώμη , σανό , τριφύλλι , άχερα ή μάτσες από το κορφάδιασμα του αραποσιτιού …
Για να αποθηκέψουν το άχιερο και τις μάτσες , φτιάχνανε στα χωράφια καλύβες από πλατανόματσες γύρω- γύρω και ράπη (ξιφάρα) για σκεπή … ή χαμοκέλες στο χωριό , αν είχανε τόπο για χτίσιμο …

Σήμερα[2] έχουμε 5 ως 6 κοπάδια  γιδοπρόβατα , με 100 ως 200 ζώα το καθένα … και όλα σταβλισμένα … Η ελεύθερη βοσκή δεν ευνοείται  … Καμιά βολτίτσα τα βγάζουν  για να ξεσκάσουν τα έρμα  … Οι Γκαβιλιαίοι έχουν 2-3 κοπάδια , καναδυό οι Σωτηρακαίοι ,  κι από ένα οι Βγεναίοι , ο Ντρινάκος  κι  Κουζιουλαίοι . Απόλιγα μαρτίνια ο Διαμαντής , ο Γιώρης ο Τζούκας , ο Τάσης ο Φιλιππακόπουλος , ο Νίκος ο Κρυελέσης , ο  Γιώρης ο Μάσιας κι καπετάν Νίκος … Κάνα μουσκαράκι τρέφει ο Ντάλος κι ο Νάκος …
Ο Αυγείας , τα πολύ παλιά τα χρόνια , είχε την Κάπελη όλη δική του και μπορούσε με το βελάνι να τρέφει όσα γουρούνια ήθελε και να βρωμίζει τον τόπο . Οι οικολόγοι δεν είχαν ακόμα εμφανισθεί , ούτε και ο τουρισμός και θα σου ’λεγα ’γω αν θα τολμούσε να βρωμάει τον τόπο ο παλιάνθρωπος . Πρώτος μεγαλοσουλατσαδόρος τουρίστας και με ενδιαφέροντα οικολογικά ήταν ο αρχιλήσταρχος; Ηρακλής και οι τα κλεφτρόνια του …

  Όλα τα νοικοκυριά τρέφανε λίγα ζώα , μικρά και μεγάλα , όπως ακούγανε στην εκκλησιά[3] , όσοι βέβαια ακούγανε . Οι άλλοι μιμούνταν αυτούς με την ακοή . Βασιλιάδες στους κουφούς ήσαν οι μονόφθαλμοι …

Εκτροφή σε μεγάλη κλίμακα λέγεται πως υπήρξε τα παλιά τα χρόνια . Ο μακαρίτης ο γεροΦώνης είχε , λέει , στον Αηλία 1000 τόσα γιδοπρόβατα .  Οι Τζουκαίοι , οι Λαμπραίοι , το ίδιο κι αυτοί και βάλε . Τσιγκουνιές δεν είχε , αφού στα παλιά τα χρόνια όλα ήταν … τζάμπα και βερεσέ . Κι αν κάποιος ήξερε από πρώτο χέρι , ποιος τον λογάριασε . Καλύτερα να μη μίλαγε . Χάλαγε την ομορφιά του ¨ήταν κάποτε¨ , ¨τα παλιά τα χρόνια¨ , χωρίς ρέστα !  Για άλλους δεν έχει ακουστεί … Να ρωτηθούν οι άλλοι , αν έχουν ακούσει … Τα από πού και που και πόσα … τη χιλιοειπωμένη απάντηση , απ’ Αθήνα σε λιβάδι Θόδωρος και 500 , ακουγόταν πολύ συχνά μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα … Ποτέ δε μετρήθηκε κοπάδι με τους αριθμούς αυτούς στο χωριό . Ούτε στα μεταγενέστερα χρόνια των επιδοτήσεων …
Για μουσκάρια δεν πολυμιλούσανε . Τη λέξη μουσκάρι ή βόιδι τη λέγανε και την παραλέγανε και μάλιστα πολύ συχνά . Για άλλους λόγους όμως και ποτέ για τον εαυτό τους . Λέτε να ήταν αυτός ο λόγος που εξαφανίστηκαν τα μουσκάρια απ’ το χωργιό ; … Κάποιοι που τρέφουν μουσκαράκια για πάρτι τους , μόνο σφαγμένα , και στο μουσουψού  το περνάνε . Γι αυτό να ρωτηθεί ο γεροΝτάλος …

Τα “πολυπληθή”, 50 ως 100 , σπάνια πιο πάνω , μικρά ζώα ήταν συνήθως πρόβατα ή γίδια ή κουνέλια . Σε πουλερικά ήσαν κότες για ταυγά , και κοτόπουλα για φαΐ . Που και που καμιά γαλοπούλα , πάπια  και κανα φαραόνι …
Μεγάλα ζώα που είχαν άλογα ήταν τα  γαϊδουργια , τα μουλάρια και τα μουσκάρια . Είχαν και σκυλιά , γουρούνια μικρά και μεγάλα . Και πότε - πότε και κάτι τραγιά και κρυάργια , να … μ.εχρι κει πάνου …
Μεγάλα ζώα , λένε , πως είχανε , αλλά μόνο μουσκάρια . Ο Μπιτζάρος , ο … κι ο γεροΦώνης είχανε , οπωσδήποτε , αλλά δεν εννοούσαν σε μεγάλο αριθμό , εκτός από το γεροΦώνη , που του πινήγηκαν στο βούλιαγκα ή  στη λίμνα στο χωνί . Μάλλον είχαν δυο τρία , με τα οποία όργωναν τα χωράφια …

Ονόματα . Τα ονόματα που έδινα στα ζώα είχαν κάποιες αρχές και ήταν διαφορετικά για κάθε είδος ζώου . Σε καμμιά περίπτωση δεν μπορούσες να πεις μια προβατίνα Μπάρτζα , μια γίδα Βάκρα ή ένα σκύλο Τσίλη . Τουλάχιστο για μερικά ονόματα πασίγνωστα ονόματα .
Σε κάθε κοπάδι γίδια υπήρχαν τα βασικά ονόματα : Μπάρτζα , Κούκια , …
Η προσώνηση ήταν : Βάκρα μ’ , βάκραμ’ , Μπάρτζα μ’ … και όχι … μου . Το … μου , προφερόταν όταν επρόκειτο για τιμωρία ή τρίζανε τα δόντια για κάποια ζημιά που έκαμε η Μπάτζα γίδα

Άλογα  . Ο τσίλης , τσίλικο , ο

Πρόβατα  Τα ονόματα που πάντα υπήρχαν σ’ όλα τα κοπάδια πρόβατα ήταν : Βάκρα , Κατσένα , Λάγια , …
Τα ονόματα , πρέπει να , καθορίζονταν από τα χρώματα του ζώου . Το όνομα Βάκρα το έπαιρνε , συνήθως , το πρώτο πρόβατο του κοπαδιού , που ήταν ασπρόμαυρο . Το όνομα Κατσένα η πρώτη γίδα του κοπαδιού .
Σε κάθε κοπάδι πρόβατα υπήρχαν τα βασικά ονόματα : Βάκρα , Κατσένα , …

 Το μαύρο πρόβατο … και η προκατάληψη …

γίδια Για τα κοπάδια γίδια ήταν : Μπάρτζα , Κούκια ,

μουσκάργια


Γατιά

Κότες Για τις κότες : Λαθουρή , … και τα κοκόργια 


Τα σκιλιά . Ο σκύλος είναι το πρώτο ζώο που εξημερώθηκε μεταξύ 18ης και 12ης πχ χιλιετίας στη μέση και εγγύς ανατολή  . Βοήθησε τον άνθρωπο στο κυνήγι και στην προστασία , πιθανο στις μετφορές και την προστασία από το κρύο .  Στην ίδια περιοχή , η γίδα και το πρόβατο , ο χοίρος και το βόδι , στα μέσα της 9ης πχ χιλιετίας  και η γάτα , μια χιλιετία αργότερα . Ο κόκορας στην Κίνα την 4η πχ χιλ … , το άλογο στην ευρασία την 4η – 3η χιλ. , λίγο αργότερα ο όνος στην Αφρική ή Αραβία … Πολλά από αυτά τα εξημερωμένα ζώα εξαγριώθηκαν , σα βρέθηκαν μακριά από τον άνθρωπο . Η διαδικασία εξημέρωσης θα πρέπει να ήταν η πρώτη προσπάθεια εξουσίας του πάνω στη φύση …, που συνεχίζεται … Η εξουσία είναι μάλλον αποτέλεσμα και όχι η αιτία … όπως υποστηρίζεται , αποδίδοντας στον πρωτόγονο άνθρωπο σεβασμό στη φύση , αντί του φόβου που είναι και το εξόφθαλμα ορθό ) .

Τα γουρούνια . Για τα γουρούνια , τα … δεν είχε ονόματα . Το κουμάσι …το μαχτό …οι σκατζίλες … το σφάξιμο και το σκουζμάρι … την Πέμπτη … τα παστά , οι τσιγαρίδες με τον καγιανά … Οι λάτες με το χοιρινό … το ρόδουλο … Τ ….
Γαϊδούργια … Η προσφώνηση ήταν : Τσιωνη μ’ , Τσιώνη μ’











Λαογραφικά: «Η Φυλλάδα του Γαϊδάρου»! (1)

Γράφει ο Β.Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ


Υπάρχει ένα γαλλικό λαϊκό ποίημα του 1500, που αναφέρεται σ΄ένα μύθο με ζώα και πρωταγωνιστή ένα «γάιδαρο». Το ποίημα αυτό έχει εξελληνιστεί τα κατοπινά χρόνια, γιατί οι Έλληνες λόγιοι βρήκαν ότι έχει πολλούς γαϊδάρους η πατρίδα μας.

Η ελληνική
λαογραφία έχει καταγράψει πολλά ενδιαφέροντα γαϊδουρινά ανέκδοτα και μύθους, απ΄ τη λαϊκή σοφία. Όταν, λόγου χάρη, θέλει ο λαός να επισημάνει ότι ούτε τα αξιώματα, ούτε η στολή εξευγενίζουν έναν χυδαίο άνθρωπο, λέει: «Γάιδαρος πάντα γάιδαρος κι ας του φοράνε και σέλα». Ή πάλι, για να δείξει ο λαός μας ότι ένας άνθρωπος με κατώτερα ένστικτα αναδεικνύεται με την πονηριά του, τη συκοφαντία του και την ανικανότητά του –ή την κατωτερότητά του-, λέει: «Όταν ψοφήσουν τ΄ άλογα έχουν τιμή τα γαϊδούρια». Για την πλήρη αδιαφορία προς όσα λέγονται από έναν ανόητο και κομπλεξικό άνθρωπο, ο λαός μας επισημαίνει: «Του γαϊδουριού αν δεν του πεις χα! Δεν κινάει ποτέ!».

Οι λαϊκοί μύθοι και τα αποφθέγματα, καθώς και τα παρατσούκλια που δίνονται σε ανθρώπους, αντικατροπτρίζουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα και τη συμπεριφορά τους. Τα παρατσούκλια είναι ο κοινωνικός καθρέφτης. Σε ανόητους, κουτούς, χυδαίους, αναίσθητους, αφιλότιμους και αγνώμονες δίνεται, συνήθως, το
παρατσούκλι «γάιδαρος»!

Σε αναιδείς, που τους αποφεύγει ο λαός μας επισημαίνει: «Έκαμα τον γάιδαρο και ετσούλωσε τ΄ αυτιά του κι επήρε το σαμάρι του και πήγε στην κυρά του», δηλαδή τον αποδιώχνει ή τον αποφεύγει ο κόσμος. Ή, πάλι, γι΄ανθρώπους που δεν αλλάζουνε συμπεριφορά, λέγεται: «Γίνεται το γαϊδούρι άλογο;».

Στην Κεφαλονιά, λένε για άνθρωπο που θέλει να επιδεικνύεται με φωνή, με γραπτά ή άλλους τρόπους: «Αν κελαηδάει ο γάιδαρος, γκαρίζουν τ΄ αηδόνια». Ή, «Γάιδαρος είν΄ο γάιδαρος, αν εφορεί και σέλλα, κι΄η γριά κι αν εμορφίζεται, δεν γίνεται κοπέλα»!  Στα Δωδεκάνησα, λένε, γι΄ ανθρώπους θρασείς και ασύδοτους, ότι «Γάιδαρος αμολητός, κύρης και νοικοκύρης»… ή, «Γάιδαρος αμολητός, μαγκουφιά στα λάχανα»!

Όταν ένας άνθρωπος είναι ανόητος, επιπόλαιος και δεν σέβεται κανένα, λένε: «Εγκάριξεν ο γάιδαρος κι είπε "άχερος"» -μία παρεμφερής αρχαία παροιμία, λέει: «Εκ κόρακος κρα»! Οι αρχαίοι Έλληνες, όταν θέλανε να καταδείξουνε άνθρωπο που αναρριχήθηκε από τα χαμηλά, λέγανε: «Απ΄ όνων εις ίππους». Γι΄ ανθρώπους που μειώνουν όσους είναι ψηλότερα σε πνεύμα και αξιώματα, ο λαός μας έχει την παροιμία: «Να σηκωθεί ο άνθρωπος να κάτσει ο γάιδαρος»! ή, για την ίδια περίπτωση: «Να σωπάσει ο άνθρωπος να μιλήσει το γαϊδούρι».

Η ελληνική
λαογραφία –και σοφία- έχει ζωγραφίσει  με τα καλύτερα χρώματα ανθρώπους αναιδείς, θρασείς, που πάσχουν από το σύνδρομο της κατωτερότητας και επιθυμούν να μειώνουν όλους τους άλλους, χάριν της δικής του επίδειξης. Μίας επίδειξης που, συνήθως, δεν τους αναγνωρίζεται από την κοινή γνώμη. Δηλαδή, από την πλειοψηφία των συμπατριωτών τους! Στο κάτω-κάτω της γραφής και τα παρατσούκλια έχουν τη δική τους σοφία, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν το παρατσούκλι σου το χάρισε ο γονέας σου! Και όποιος καταλαβαίνει, καταλαβαίνει…
.......................................

(1)- Από ένα παλιό γαλλικό ποίημα, που μεταφράστηκε –ή παραφράστηκε στα ελληνικά. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ρουμελιώτικη Εστία».



Επιτρέπεται η μετάδοση-αναδημοσίευση του περιεχόμενου του "Καλαμιού", όταν αναφέρεται τ' όνομά του, με την ένδειξη www.Kalami.net   Συστείστε, διαδώστε το "Καλάμι"




===========

 ;


“Μετακινήσεις των Δωδωναίων Βλάχων και Βορειοηπειρωτών Αρβανιτοβλάχων σκηνιτών κτηνοτρόφων και κατασκευή των κονακιών τους (βλαχοκόνακων, καλυβιών).
Προετοιμασίες: Κάθε άνοιξη, πριν ξεκινήσουν άλλοι απ' τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και άλλοι της Θεσπρωτίας - Ηπείρου για να ξεκαλοκαιριά-σουν στα ψηλά βουνά, ο τσέλιγκας (κεχαγιάς), σαν αρχηγός του «φαλκάρε» (κτηνοτροφικής ομάδας), τους συγκέντρωνε όλους τους σμιχτές (4-5 που είχαν λίγα γιδοπρόβατα) και τους τζιομπαναραίους και λογαριάζονταν. Επίσης τους ειδοποιούσε να ετοιμαστούν και συμφωνούσε προφορικά με τους τζιομπαναραίους για την αμοιβή τους επί ένα εξάμηνο, από τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου ως τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου.
Η ρόγα τους (μισθός) επί τουρκοκρατίας ήταν 4-5 χρυσές τουρκικές λίρες, το τάισμα (ψωμί, τυρί και γάλα), ένα ζευγάρι τσαρούχια με πρόκες, κάπα και τρία καρδάρια γάλα (12 οκάδες το καθένα) το τελευταίο αυτό είδος λέγονταν γαλαριάτικο, για όσους βοσκούσαν τα γαλάρια μόνον, γιατί κουράζονταν περισσότερο απ' τους άλλους. Μέσα στη συμφωνία ήταν επίσης και τ' αλεύρι για τα σκυλιά. Βοσκούσαν και τα δικά τους μέχρι 50 γιδοπρόβατα στο λιβάδι του τσέλιγκα.
Πριν του 1940 η ρόγα τους ήταν 2 χιλ. δραχμές και όλα τ' άλλα, ανάλογα με τη συμφωνία. Τώρα είναι 300 χιλ. δρχ., τάισμα, παπούτσια, κάπα και ένα μήνα άδεια, αλλά είναι όμως δυσεύρετοι. Συμφωνούσαν και τους βαλμάδες (φοραδοφύλακες) με χρήμα.
Αφού η κάθε οικογένεια ντέγκιαζε (δεματοποιούσε) το ρουχισμό στα χαράλια (μεγάλα ειδικά σακιά) και χωριστά την τέντα (τσαντήρι, σκηνή γιδομαλλΐσια) με τα εξαρτήματα της (2 φούρκες χοντρές και ίσες ύψους 2,5 μ., τον κάλουρο - καβαλάρη μονοκόμματο χοντρό και ίσιο μήκους 3,5 μ.) όλα ήταν από πεύκο ή έλατο για νά ' ναι ελαφρά στη μετακίνηση τους. Είχαν επίσης και 20-30 παλουκάκια κέδρινα με φυσικούς γάντζους και τριχιά. Έστελναν τα λαφρώματα (ελαφρά ρούχα και τυριά) με ζώα πριν ξεκινήσουν και τ' άλλα είδη τα φόρτωναν στα μουλάρια και τα άλογα. Έβαζαν και τα μωρά παιδιά πανωσάμαρα (στη μέση, πάνω απ' το σαμάρι) και τα λίγο μεγαλύτερα στα καπούλια (πισινά) των φορτηγών ζώων, τα τύλιγαν με τσεργόπλες (βελεντζούλες) να μη κρυώσουν και τα έδεναν για να μην πέσουν.
Ξεκίνημα: Ξεκινούσαν στις 5 με 6 του Μάη κι έφταναν στον προορισμό τους του Αγίου Κωνσταντίνου. Η πομπή τους ακολουθούσε την εξής σειρά: Πρώτα πήγαιναν τα γιδοπρόβατα με σκοπό να φτάσουν στο κονάκι (τοποθεσία που θα περνούσαν τη νύχτα), στο ίδιο σημείο ακριβώς, όπως τούτο είχε συμβεί και την προηγούμενη χρονιά. Ακολουθούσε ο τσέλιγκας καμαρωτός-καμαρωτός με την κάτασπρη φουστανέλα του, τα μαύρα τσαρούχια του με τις μαύρες μεταξωτές φούντες και το μαύρο βελουδένιο κοντό και στρογγυλό καπέλο του. Η φυσιογνωμία του αποκτά μια δωρική αυστηρότητα κάτω απ' την τονισμένη σκιά του στριφτού του μουστακιού και του μαύρου καπέλου του. Εχει και την κεντημένη πυξαρίσια κλίτσα του, κρεμασμένη στην αριστερή τσεπούλα του παλτού του. Είναι καβάλα στο μπινέκι (άλογο που το μάθαιναν αριβάνι δηλ. ρυθμικό και περήφανο βάδισμα) στολισμένο με το γκέμι (χαλινάρι), τη σέλα τη σκεπασμένη με τη μπλε φλοκωτή βελεντζούλα και τα ζυγκιά κρεμασμένα.
Πίσω ακολουθούσαν τα κανταριασμένα (το ένα πίσω απ' τ' άλλο) φορτηγά ζώα με τις οικογένειες. Το μπροστάρι (μπροστινό) έσερνε μια γεροδεμένη γυναίκα ή κοπέλλα κι ακολουθούσαν οι άλλες.
Όπου νύχτωναν ξεφόρτωναν το καραβάνι (ζώα) και άρχιζαν αμέσως να στήνουν τις πρόχειρες τέντες και την πρόχειρη κόρδα (μαντρί στρόγγυλο) με κλαδιά και κέδρα για ν' αρμέξουν τα γαλάρια γιδοπρόβατα δυο φορές την ημέρα (πρωί κι απόγευμα). Πρώτα τα χώριζαν σε τρία κοπάδια γαλάρια, στείρα και ζυγούρια ή χωριστά τα γίδια, αν είχαν πολλά γίδια. Το κάθε κοπάδι είχε 400-500 κεφάλια. Το γάλα το 'πηζαν τυρί και τό 'ριχναν σε τζαντήλες. Ένας καλός τζιομπάνος άρμεγε 200 πρόβατα την ημέρα. Ύστερα από δεκαπενθήμερη πεζοπορία και διανυκτερεύσεις έφταναν στα μυρωμένα βουνά μας με λαχτάρα και χαρά, τραγουδώντας μελωδικά τραγούδια.
Κατασκευή κονακιών: Μόλις έφταναν διάλεγαν ίσιο και καθαρό μέρος με λίγα δέντρα για ίσκιο, με πόσιμο νερό και με ρέμα για πλύσιμο των ρούχων και μακριά απ' το χωριό, σε βουνό. Έστηναν πρώτα σε μιαν άκρη πρόχειρα τις τέντες και μετά άρχιζαν την κατασκευή των μόνιμων κονακιών σε σχήμα μακρουλό (ορθογώνιο) ή σε στρογγυλό (χωνιού) μόνοι τους, άντρες και γυναίκες και τέλειωναν σε 10-15 μέρες. Χρησιμοποιούσαν παλούκια κι ευλύγιστες οξίσιες μεγάλες βέργες (ρουπάκια) για τον σκελετό και τις σκέπαζαν με κλαδιά οξιάς ή πλάτανου ή με βριζάχυρο. Στην κορυφή κάρφωναν έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό για φύλαγμα από κάθε κακό (κεραυνό, πυρκαγιά, ανεμοστρόβιλο - τζίντιλι, τον λένε, κατακλυσμό, κακά πνεύματα, δαιμόνια, φόνους, αρρώστειες) και άφηναν δυο τρύπες για να φεύγει ο καπνός.
Το πάτωμα και το μέσα μέρος σε ύψος 1,50 μ. το άλειφαν με πηλό και μετά το γύρω μέρος τ' ασβέστωναν για περισσότερο φως και για ομορφιά.
Στο βάθος, απέναντι απ' την πόρτα, που την έκαμναν πάντοτε ανατολικά, έκαμναν τη βάτρα με χοντρή πλάκα και την άλειφαν με πηλό. Εκεί άναβαν φωτιά για να ζεσταίνονται, για το μαγείρεμα και ψήσιμο του ψωμιού. Ψηλά σε μιαν άκρη έβαζαν το εικονοστάσι με την καντήλα και σ' άλλη μια γωνιά το λυχνάρι ή τη λάμπα.
Στρωσίδια: Καταγής έστρωναν πρώτα γιδομαλλίσιες βελέντζες και πάνω σ' αυτές μάλλινες φλοκωτές βελέντζες. Οι πολυμελείς οικογένειες κατασκεύαζαν και άλλες μικρότερες καλύβες, ανάλογα με τα μέλη τους. Όλοι τους συναγωνίζονταν ποιος θα τέλειωνε γρηγορότερα και θα έκαμνε την πιο καλλιτεχνική καλύβα.
Γαλακτοκομικά προϊόντα: Είναι γνήσια και νοστιμότατα προϊόντα.
1) Το κεφαλοτύρι γίνεται ως εξής: Μετά τ' άρμεγμα, στραγγίζουν το γάλα με τζαντήλες (αραιό ύφασμα μάλλινο ή βαμβακερό, τουλπάνια) σε καζάνι, ρίχνουν και πιτιά (μαγιά, που πήζει το γάλα και βγαίνει απ' το στομάχι των μικρών αρνακιών ή κατσικιών). Τώρα αγοράζουν και σε σκόνη μέσα σε κουτάκια.
Τ’ ανακατώνουν, πήζει, βάζουν φωτιάμε στεγνά ξύλα, γιατί ανάβουν γρηγορότερα και το κεφαλοτύρι γίνεται πιο αφράτο. Κανονίζουν τη θερμοκρασία με το θερμόμετρο στους 40°-45°, το σπάζουν με τον τρίφτη (ειδικό σανίδι) κι αυτό στρώνεται στον πάτο του καζανιού. Ύστερα το μαζεύουν με το χέρι και γίνεται ρόλος. Στη συνέχεια το κόβουν με μαχαίρι, το βάζουν σε κοθόρια (στεφάνια ξύλινα ή μεταλλικά) πόχουν τζαντήλα μέσα, πάνω στο στιζιάχι (τεζάχι, κοντό μακρόστενο τραπέζι με περβάζια στις πλευρές για να χύνεται το τυρόγαλο - ορός σε δοχείο), το ζυμώνουν καλά και το βάζουν με το στεφάνι στη στρεβλά (μέγγινα, πιεστήριο).
Κάνουν 3-4 κομμάτια (κεφάλια), ανάλογα με την ποσότητα του γάλακτος, τα βάζουν τό'.να πάνω στ' άλλο, αλλά χωρίζουν το καθένα με ειδικό χοντρό σανίδι. Φέρουν γύρω τον κοχλία, για να σφίξει το κεφαλοτύρι και να βγει το τυρόγαλο. 5,5 κιλά γάλα = 1 κιλό κεφαλοτύρι, είναι η αναλογία. Το τυρόγαλο απ' το καζάνι, που βγαίνει απ' το κεφαλοτύρι, τ’ αποβουτυρώνουν με μηχανή και παίρνουν την κρέμα. Το υγρό που βγαίνει, ή το βράζουν και κάνουν γκίζα (μιτζήθρα) καλής ποιότητας ή το ρίχνουν στα σκυλιά και τα γουρούνια.
Τη γκίζα την τρώμε σκέτη ή την τηγανίζουμε μ' αυγά ή τη βάζουμε σε πίτα.
Την κρέμα την αφήνουν 2-3 μέρες, ανάλογα με τον καιρό. Αν ο καιρός είναι ζεστός την αφήνουν πολλές μέρες για να χοντραίνει. Αν είναι κρύος, λίγες για να γίνει η ζύμωση. Ύστερα την ανακατώνουν με το χέρι και βγάζουν το βούτυρο. Το υγρό που μένει (ντάλα ή ξινόγαλο) το πίνουμε για δροσιστικό. Άλλοτε πάλι το βράζουν και κάνουν τη γκίζα. Αν είναι ζέστη, ξαναπερνιέται στη μηχανή και βγάζουν πάλι βούτυρο, αν κρύο, όχι, γιατί το βούτυρο πήζει και βγαίνει γρήγορα με το χέρι.
2) Ο μπάτζιος: Στραγγίζουν το γάλα σε καδιά που είναι κοντά στο στιζιάχι και το πήζουν. Το χτυπάνε με το σφορλέτσιου (ξύλινο εργαλείο από πεύκο ή έλατο ίσιο, ύψος 1,20 μ., διαμέτρου 0,05 μ. Σ τη μιαν άκρη έχει στεφάνι ξύλινο κι απ' την άλλη το κρατάνε). Με το χτύπημα το τυρί μαζεύεται στον πάτο, το βγάζουν στο στιζιάχι, το βάζουν σε τουλπάνι μεγάλο, βάζουν ,βαριά πέτρα πάνω για να στραγγίσει καλά και μετά το κόβουν.κομμάτια και το πουλάνε. Με 6 κ. γάλα γίνεται 1 κ. μπάτζιος.
Ο μπάτζιος αυτός όμως δεν είναι ολόπαχος. Στο τυρόγαλο, που μένει στο καδί, ρίχνουν ένα καρδάρι γάλα και τ' αφήνουν να χοντραίνει. Επιπλέει η άλκα (κορυφή), τη χτυπάνε με το χέρι και βγάζουν το βούτυρο. ' Υστερα ανοίγουν τη στρόφιγγα και φεύγει το τυρόγαλο.
3) Ούρδα (μανούρι): Το τυρόγαλο, που μένει στο καδί, το βράζουν σε 65° θερμοκρασία, ρίχνουν και πρόσγαλο (πρόσθετο γάλα), το στραγγίζουν και κάνουν τα εξαιρετικά νόστιμα μανούρια. Αν δε ρίξουν γάλα το βράζουν και γίνεται γκίζα και το υγρό που μένει το πίνουν τα σκυλιά.
4) Τυρί φέτα: Πήζουν το γάλα, το στραγγίζουν και το πουλάνε σε τζαντήλες. Αυτό είναι ολόπαχο. Τ' αλατίζουν σε καδιά ή τενεκέδες ή στάμνες ή τουλούμια από δέρμα προβάτου. Το τυρόγαλο που απομένει το βράζουν και κάνουν γκίζα εξαιρετικής ποιότητας. Με 3 κ. γάλα γίνεται 1 κ. φέτα.
5) Γαλοτύρι: Τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο βράζουν το γάλα σε 65°, κρυώνει και το πήζουν. Τ' αφήνουν και ξινίζει, το στραγγίζουν, ρίχνουν και λίγο αλάτι και το βάζουν σε τουλούμια ή καδιά ή στάμνες ή τενεκέδες. Τρώγεται μετά τα Χριστούγεννα, γιατί τότε ωριμάζει.
6) Κασέρι (Μπασκί): Πήζουν το γάλα σε 35°, το σπάζουν με τον τρίφτη σε 45°, στρώνεται στο καζάνι, γίνεται ρόλος με το χέρι, το μαζεύουν σε μεγάλη τζαντήλα, το βάζουν στο στιζιάχι, το πλακώνουν με πλάκα για να στραγγίσει, τ' απλώνουν κομματιαστά σε σανίδα και τ' αφήνουν 5 μέρες για να γίνει η ζύμωση, γιατί αλλιώς δεν κόβεται.
Μετά το τεμαχίζουν σε φέτες μέσα σε σκάφες σανιδένιες, βράζουν νερό σε καζάνι σε θερμοκρασία 100°, βάζουν το τυρί σε κοφίνια και το βάζουν στο καζάνι, όπου το ζυμώνουν. Το βγάζουν, το τεντώνουν σε τραπέζι, το βάζουν σε κοθόρια και το βγάζουν την άλλη μέρα. Με 6 κ. γάλα γίνεται 1 κ. κασέρι.
Βοηθητικοί χώροι: Κατασκεύαζαν και καλυβούλα για τα κλινοσκεπά-σματα και τον αργαλειό, κουτάρου (καλυβούλα) για να κοιμούνται τα νιόγαμπρα και μακριά απ' όλα αυτά την κουζίνα, για ν' αποφύγουν την πυρκαγιά. Αυτή ήταν πρόχειρη με χαμηλό πετρότοιχο και σκεπασμένη με φλούδα πεύκου. Πιο πέρα έκαμναν τη στρούγκα (μαντρί) και το μπατζαριό (τυροκομείο) και μακρύτερα το βαρό (μαντρί), όπου ο βαλμάς έκλεινε τη νύχτα τ' αλογοφόραδα και τα μουλάρια. Αυτά τα βοσκούσε όχι σε μέρος όπου βοσκούσαν τα πρόβατα για να μη φάνε το χόρτο τους, αλλά σε δασωμένο, άγονο και μακρινό μέρος. Στο τέλος, σ' όλα τα παραπάνω (κονάκια κτλ.) γύρω γύρω έκαμναν κι αυλάκι για να. φεύγουν τα νερά της βροχής.
Σχολειό: Δεν ξεχνούσαν όμως και το σχολειό, γιατί φρόντιζαν πολύ για τη μόρφωση των παιδιών τους. Τα παιδιά τους έχαναν τα μαθήματα επί 15 μέρες, από τη διαδρομή που έκαμναν ώσπου να φτάσουν στον προορισμό τους και άλλες 15 ως τις εξετάσεις του Ιουνίου. Γι’ αυτό μακριά απ' τα κονάκια, για ησυχία κι ασφάλεια απ' τα σκυλιά, κατασκεύαζαν ορθογώνιο σχολειό, με μονοκόμματα παλουκένια καθίσματα γύρω γύρω, στρωμένα με φτέρη και φύλλα οξιάς. Το κρεβάτι του δάσκαλου ήταν στρωμένο κι αυτό με πρασινάδα. Πάνω σ' αυτήν έστρωναν φλοκωτές βελέντζες, όπου κοιμόταν αναπαυτικά. Σε μιαν άκρη έβαζαν την εικόνα της Παναγίας με την καντήλα. Στη μέση κρεμούσαν κι ένα μεγάλο κυπρί αντί καμπάνας, που το χρησιμοποιούσε ο δάσκαλος αντί σφυρίχτρας.
Απέναντι απ' τα καθίσματα ήταν κρεμασμένος ο πίνακας με την κιμωλία και το λαγοπόδαρο για σπόγγο. Το δάσκαλο τον εκτιμούσαν πάρα πολύ. Τον πλήρωναν 100 δρχ. για τον κάθε μαθητή για όλη την περίοδο (Ιούλιο και Αύγουστο) και τον τάιζαν καλά με τη σειρά ο κάθε μαθητής μια μέρα. Τα φαγητά ήταν γνήσια, πλούσια και νοστιμότατα: Κρέας ψητό ή μαγειρεμένο, γάλα, τυρί με αυγά, πίτες με αγνό βούτυρο και ταραπάσιου (κατσιαμάκι από καλαμποκίσιο αλεύρι).
Μαθήματα: Παράλληλα με τ' άλλα μαθήματα (θρησκευτικά, προσευχές, ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, ιστορία) διδάσκονταν και δημοτικά τραγούδια, γυμναστική, λαϊκοί χοροί και οπλασκία με ξύλινα ντουφέκια, που τα κατασκεύαζαν οι γονείς τους από σχιζάρες οξιάς. Έπαιζαν και διάφορα παιχνίδια: Τρέξιμο, πήδημα, κυνηγητό, καμηλίτσα και την τραμπάλα (λιόζουρου το λέγανε) και ήταν το πιο αγαπημένο ιδιόρρυθμο παιχνίδι τους. Πολλές φορές το έπαιξα κι εγώ μαζί τους.
Να πώς το έκαμναν και το έπαιζαν:
Έκοβαν δυο ίσια και χοντρά παλούκια από οξιά. Το ένα ήταν 3 μ. μάκρος και τ' άλλο 1 μ. Στη μέση του μεγάλου παλουκιού άνοιγαν μια τρύπα, όχι πέρα ως πέρα. Μετά έμπηχναν γερά στη γη τη μιαν άκρη του μικρού παλουκιού και την άλλη την έκαμναν μυτερή με το τσεκούρι για να χωράει στην τρύπα του μεγάλου, που το έβαζαν οριζόντια πάνω στο μικρό. Σε κάθε άκρη του μεγάλου καβαλίκευαν από 1-3 παιδιά και γύριζαν γύρω με ταχύτητα. Την τρύπα όμως του παλουκιού την άλειφαν με στουμπισμένο κάρβουνο που το ανακάτωναν με λάδι ή βούτυρο κι έτσι έτριζε δυνατά και ψυχαγωγούνταν καλύτερα.
Οι δικοί μας ετεροδημότες τότε βλάχοι κτηνοτρόφοι, πριν 60 χρόνια, νοίκιαζαν για το καλοκαίρι ακατοίκητα σπίτια του χωριού. Αργότερα άρχισαν ν' αγοράζουν σπίτια ή οικόπεδα όπου έχτιζαν καινούργια. Συνήθως τα έχτιζαν στην άκρη του χωριού για νά 'ναι ελεύθερα τα ζώα τους (σκυλιά κτλ.) και νά 'χουν περισσότερη ευρυχωρία. Τότε είχαμε μαζί τους ποικίλες διαφορές, δικαστήρια, έριδες πολύχρονες. Όλα τα έσοδα της κοινότητας δαπανώνταν στα δικαστήρια. Δε συμπεθεριάζαμε μαζί τους, είχαμε μίση και πάθη άσβεστα, αλλά σιγά σιγά έγιναν κι αυτοί δημότες κι έτσι παραμερίστηκαν όλα ως δια μαγείας και ζούμε αρμονικά.
Οι Αρβανιτόβλαχοι, τους οποίους ονομάζουμε και Μιτζιντότς, γιατί μερικοί κατάγονται απ' το Μεντζητιέ (Κεφαλόβρυσο) Ιωαννίνων, πριν του 1956, το σπίτι τους το είχαν πάνω στα μουλάρια τους. Εκεί που νοίκιαζαν τα βοσκοτόπια, μερικοί με το ενοικιοστάσιο, έστηναν πρόχειρα τις τέντες κι έκαμναν τα κονάκια τους. Δεν είχαν μόνιμη κατοικία χειμώνα - καλοκαίρι. Τώρα όμως τακτοποιήθηκαν κι αυτοί έχουν μόνιμη κατοικία. Μόνον ελάχιστοι ξεκαλοκαιριάζουν στα ψηλά βουνά με τα πρόβατα τους. Τις οικογένειες τις αφήνουν στους κάμπους.
Επιστροφή: Στο τέλος κάθε Οκτώβρη, πριν ξεκινήσουν για τα χειμαδιά, που αναφέραμε, γίνονταν τα ίδια, όπως και κάθε άνοιξη (λογαριασμοί, συμφωνίες και προετοιμασίες). Τώρα οι συμφωνίες γίνονται για το εξάμηνο, απ' τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου ως τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου κι ακολουθούν την ίδια διαδρομή.
Προλήψεις: Προτού αρχίσουν το πρώτο άρμεγμα, για να μη ματιαστούν (παρθούν, στίψει το γάλα ή γκαβωθούν τα γιδοπρόβατα), παραχώνουν αυγό από πρωτόγεννη κότα ή σίδερο στη ρούγα της στρούγκας ή κρεμάνε σκόρδο στη ρούγα για υγεία και πολύ γάλα.”







Το σπιτικό (Οικοτεχνία – Χειροτεχνία) 
- Να φκιάσεις κόρη μου και συ το σπιτικό σου , ν’ αναστήσεις τα παιδιά σου , να δεις και συ ξαγκούσα  κατά πως ετάχθη  
 Το πιο εντυπωσιακό στην ιστορία του χωριού είναι πως όλοι οι τρόποι παραγωγής της αναπτυγμένης κοινωνίας υπάρχουν σε κάθε σπιτικό , σαν το μελλοντικό δάσος μέσα στο κουκούτσι –σπόρο ή σπέρμα . Όλοι οι τομείς της οικονομίας , (πρωτογενής , δευτερογενής , τριτογενής) υπάρχουν σε κάθε σπιτικό … Γενικά η οικονομία του χωριού ήταν πρωτόγονη και ολοκληρωτικά κλειστή …

Παραγωγικές … σπιτοτεχνίες  , θα ήταν η ακριβέστερη λέξη . Η οιοτεχνίες παραπέμπουν σε όρους εκμετάλλευσης και όχι σε παραγωγή για την κατανάλωση στο σπίτι του παραγωγού . Όλα τα παραγόμενα από τη σπιτοτεχνία δεν υπολογίζονται και δεν μετρούν στο ΑΕΠ , μιας και δεν περνούν από την αγορά . Ό,τι φτιάνανε στο χωριό , ήταν κατασκευές χρήσιμων αντικειμένων , για τις ανάγκες ζωής της οικογένειας , της πολυμελής φαμελιάς , όπως τη λέγανε . Η διακόσμηση του σπιτικού με  κεντήματα ή υφαντά και κάποια ξυλόγλυπτα αντικείμενα , ήταν δευτερεύουσα δραστηριότητα για τη σπιτική αισθητική . Η πιεστική ανάγκη για χρήσιμα πράγματα , δεν άφηνε περιθώρια για φρουφρού κι αρώματα , όπως χαρακτήριζαν τις προσπάθειες καλλιτεχνίας .
Όλα τα κατασκευάσματα ήσαν αποκλειστικά στην υπηρεσία του σπιτιού του ίδιου του κατασκευαστή και ποτέ δεν πουλιόνταν .. Η παραγωγή των αγαθών γινόταν για οικιακή χρήση του παραγωγού και καταναλωνόταν αποκλειστικά από το σπίτι του παραγωγού, εξ ου και οικοτεχνία , όπως σωστά αποκλήθηκε από τους λογιώτατους ερευνητές , αν και υπήρχε ο όρος και είναι της μόδας για κάθε τι το σπιτικό .
Η παραγωγή και επεξεργασία της πρώτης ύλης στην οικοτεχνία του χωριού γινόταν στο ίδιο το αγροτικό νοικοκυριό . Παράγανε  την πρώτη ύλη και την επεξεργάζονταν εξ ολοκλήρου . Το μαλλί , το σπάρτο , το λινάρι και το μετάξι για τα υφαντά , τα ξύλα για τα ξύλινα , κ.ά. τεχνουργήματα που και καταναλώνονταν από του ίδιους τους παραγωγούς στο σπίτι .
Κανένας δεν ασκούσε επαγγελματικά κανένα τεχνούργημα . Σαν το απαιτούσε η ανάγκη για αργαλειό  , στο πι και φι ,  αμ’ έπος αμ’ έργον . Και τόλεγαν έτσι ακριβώς στην αρχαία γλώσσα . Δεν υπήρχαν γιαυτούς πολλές γλώσσες . Αρχαία και νέα . Μόνο περιγραμμάτου . Αν κάπου δυσκολεύονταν σε κάτι , ο γείτονας ήταν πρόθυμος . Αλληλοβοηθούνταν και εκπαιδεύανε ο ένας τον άλλο , στο πως γινόταν κάθε τι 
Και τι δεν έκαναν … Ακόμα και φυσερά για … τα τσαπιά , τα ενιά  , τις αξίνες , τα τσεκούργια τα κασιάργια , τις φαλτσιέτες , τα δραπάνια  , τις ξιάλες , τα σκεπάρνια ( …) τα λιμπιά …Ήταν φυσική οικονομία , που φύτρωνε στη Μπασταίικη γη . Υπαγορευόταν από τις τρέχουσες ανάγκες . Απόλυτα προσαρμοζόμενη από τους Μπασταίους στις ανάγκες των Μπασταίων  .

Όλα τα παραγόμενα αγαθά προορίζονταν για οικογενειακή κατανάλωση . Περισσεύματα που θα μπορούσαν να πουληθούν δεν υπήρχαν . Αν υπήρχε κάποιο μικρό περίσσευμα ανταλλασσόταν με άλλα χρήσιμα είδη, μέσα στο χωριό . Σπάνια και στο διπλανό .
Στα κατοπινά χρόνια , 10ετία του ’20 και του ’30 , το ρετσίνι και … τα ξύλα … για την αγορά αλατιού , πετρελαίου φωτιστικού , μπακαλιάρου και λοιπές καινούργιες ανάγκες …
Το χρήμα . Μέχρι και τη 10ετία του 1940 , το χρήμα δεν ήταν απαραίτητο στη ζωή του χωριού . Η πρωτόγονη ανταλλαγή είδους με είδος , γινόταν σε εξαιρετικές περιπτώσεις . Κάποια περισσεύματα , γαλακτοκομικά ή ζωικά , διατίθεντο στους συγχωριανούς με ανταλλαγή άλλων αγαθών κύρια δημητριακών . Όλοι παρήγανε κάθε τι αναγκαίο και σε ποσότητες που χρειάζονταν για να ζήσουν . Και αν κάτι τους τέλειωνε , το παίρνανε δανεικό από κάποιον που είχε τη δυνατότητα και το επιστρέφανε στην πρώτη ευκαιρία . … Γι αυτό , σχεδόν και κάθε οικογένεια είχε αναπτύξει για κάθε ανάγκη και την αντίστοιχη … οικοτεχνία , που ήταν περισσότερο δεξιότητες κατασκευαστικές , που ασκούνταν σαν εμφανιζόταν η αντίστοιχη ανάγκη . Έσπασε το σταβάρι , το χερούλι , η αλετροπόδα … κατασκεύαζε άλλη . Μερικά και επί τόπου …
Μη φανταστεί κάποιος πως για χειροτεχνική ή οικοτεχνική ανάγκη διέθεταν και το αντίστοιχο εργαστήρι . Οι Μπασταίικες οικοτεχνίες παράγανε  μόνο χρήσιμα πράγματα  και όχι εμπορεύσιμα . Αυτό δεν μέτραγε στο ΑΕΠ .

Αλάτι , πετρέλαιο , μπαχαρικά , ψάρια , … τ’ αγόραζαν . Ιδίως παστές σαρδέλλες , ρέγγες και μπακαλιάρο ή μπακαλέο , για του Ευαγγελισμού και … Κρέατα παστά είχαν στα δικά τους λαήνια , από το δικό τους γουρούνι … πο τόσφαζαν την τσικνοπέμτη …ή του Χριστού .   
Στη δεκαετία του ’50 άρχισε η αποσύνθεση της φυσικής οικονομίας .

Καλλιτεχνική … βιοτεχνία … Όπως , κασέλες , γκλίτσες , βαρελάκια , κιλίμια και υφαντά κοσμητικά  , κτλ. κατασκευή χειροτεχνημάτων  από  τους και τις …
Αρχαϊκής τεχνοτροπίας προϊόντα … , δεν …


Αρχιτεκτονικές δημιουργίες
-  Άκου αρχιτεχτονικές δημιουργίες οι Μπασταίοι …Πάει , χάλασε ο κόσμος . Μόνο με χοντρή λαγούσια μπορεί να συνέλθουμε …  
Η λέξη φτιάνω ή κάνω ταιριάζει με ακρίβεια  στις Μπασταίικες κατασκευές και δημιουργίες. Ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε η λέξη δημιουργία για τα έργα τους. Η λέξη δημιουργία και δημιουργός, τους ήταν γνωστή από την εκκλησία. Πάντα εννοούσαν το θεό σαν δημιουργό και τον κόσμο, σαν δημιουργία του. Όλα του θεού ή του διαόλου λέγανε ανάλογα με τη στιγμή.
 Πάντα είχαν μπροστά τους κάποιο πρωτότυπο, σαν έφτιαναν κάτι. Κάποια διαφοροποίηση που προέκυπτε ήταν αναγκαίο αποτέλεσμα των συγκεκριμένων συνθηκών, του υλικού και του τόπου. Έτσι, δε μπορούμε να μιλάμε για δημιουργίες με την έννοια των πρωτότυπων και μοναδικών δημιουργημάτων, που φέρουν στο προσκήνιο μορφές πρωτοφανέρωτες, όπως ο  Δωρικός ναός ή η αγιαΣοφιά. Με τη ευρύτερη έννοια, που τίποτα δε μοιάζει απόλυτα με κάτι άλλο, κι αν ακόμα φτιάχτηκε από την ίδια μηχανή ύψιστης ακρίβειας, οι κατασκευές τους ήταν μοναδικές και δε θα ξαναφτιαχτούν ποτέ ολόιδιες. Κανένα ηλεκτρόνιο δεν είναι ίδιο με το κολλητό του, αφού έτσι κι αλλιώς είν’ άλλο.
Σπίτι μου σπιτάκι μου και φτωχοκαλυβάκι μου ή σπιτοκαλυβάκι μου, άκουγες πολύ συχνά. Το ’λεγαν τραγουδιστά, σα φτιάνε καλύβες ή πατάγανε τη γλίνα[4] με τ’ άχερα και τη βάζαν στα καλούπια, για να φτιάσουν πλίθρες για τις χαμοκέλες. Τ’ άκουγες σαν έπιαν’ η βροχή και γίνονταν λούτσα ή κράγκωναν από την παγωνιά στην εξοχή.  
Πρώτη κατασκευή ήταν οι Καλύβες , με ξύλινο σκελετό , χαμόκλαδα σε μάτσες για τα πλαϊνά και ξιφάρα που τη λέγανε και ράπη, για τη σκεπή. Κάποιες καλύβες τις επιχρίζανε στα πλαϊνά με λάσπη. Δεύτερη έρχονταν οι πλινθόκτιστες ή λιθόκτιστες  χαμοκέλες, ξύλινη στέγη με ράπη ή κεραμίδια . Σε τρίτη φάση έρχονταν τα δίπατα. Άλλα ήταν με λιθόχτιστο κατώι και πλινθόκτιστο το ανώι και άλλα μόνο πετρόχτιστα. Οι στέγες ήταν όλες ξύλινες με κεραμοσκεπές.    
Οι χτίστες. Στο χωριό μας  δούλευαν μόνον Μπασταίοι “οικοδόμοι”. Τις καλύβες τις φτιάνανε οι κάτοχοί τους με μικρή, ίσως, βοήθεια του γείτονά τους. Για τις χαμοκέλες η βοήθεια και συμβολή πολλών συγχωριανών ήταν προϋπόθεση. Στην Τρίτη φάση οι εξειδίκευση ήταν προϋπόθεση για να χτίσουν  τα δίπατά τους. Από τους πρώτους και αρχηγός ήταν ο Τρύφωνας ο Βγενής κι απόκοντα ο  σπουδαγμένος γιός του, ο Λάμπης κι ο άλλος γιος του ο Γιάννης. Το συνεργείο το συμπλήρωνε ο Σωτήρης ο Τσίρμπας, οι Χρήστιδες του Μήτσιου και του Γιώρη  του Νταγκούλη κι ο Πολυγένης. Ο Χρήστος του Σούδα, ήτανε δουλευταράς. Έβανε το φτυάρι και πέρναγε από την άλλη μεριά του χαρμανιού. Ούτε και μπετονιέρα ναητανε. Άσε που για να πάρω ένα βαγένι, δούλεψα οικοδόμος ο μαύρος,  ενάμιση χρόνο …, μονολογεί ο άλλος  Χρήστος, του Γιώρη το Νταγκούλη.
 Ο μαστροΝικόλας από τη Ρετεμπούκα της Γορτυνίας,  έμενε στα Ολύμπια κι ερχότανε κι έχτιζε τις πλίθινες χαμοκέλες , αλλά και  πετρόχτιστες, σαν του Καρδαριτσιώτη. Ο μαστροΜήτσιος, που έμενε στου Κρεκούκι, ερχότανε κι αυτός …, λέει ο γεροΜέλιος , που τα θυμάται ούλα , μαζί κι ο Σωτήρης ο Τσίρμας.
  Αργότερα, για τα δίπατα και τα λιθόχτιστα  τέλη 19ου, ως και τα μέσα του 20ου αιώνα, καλούσανε χτιστάδες ξένους. Τα υλικά όλα σχεδόν ήταν από το χωριό. Πέτρες, πουριά[5], λάσπη, αλλά και ασβέστη πολλές φορές.
Σήμερα έχουμε το Γιάννη το Τζούκα με τη μπετονιέρα του, που αγοράζει τσιμέντα, ασβέστες , τούβλα, κεραμίδια, τα πάντα, για να φτιάσει τα σπίτια. Τίποτα από το χωριό. Μόνο το νερό της βρύσης, αν κι αυτό δεν είναι φερτό από του Μούρι.
Τα σχήματα των σπιτιών ήταν τετράγωνα ή στενόμακρα ορθογώνια. Κανένα σπίτι δε φτιάχτηκε σε σχήμα Γ ή Π , ας πούμε.  Άλλα σπίτια χτίστηκαν μόνο με πλίθ(ρ)ες ωμές, από μείγμα γλίνας και άχυρου, άλλα με πέτρες στο θεμέλιο, το κάτω μέρος ή το κατώι . Με λασπόχωμα ή με ασβέστη και άμμο και πλίθες το επάνω .  Οι γωνίες όλων ήταν από πουρί ή  πέτρα …
Ο  προσηλιακός  προσανατολισμός, αν και ο ήλιος είναι λιγοστός το χειμώνα…
η εξώπορτα …
Τα δίπατα (διώροφα) … κανένα τρίπατο (τριώροφο) …
Μέσα χωρίζονταν σε σάλα , κάμαρες (δωμάτια)… και κουζίνα …
Τα έπιπλα . Σε μιαν άκρη της ήταν στοιβαγμένες οι κουβέρτες  και (Γιούκος) … για τα τρόφιμα …
Θεμέλιωμα … ήθη και έθιμα  … σφάξιμο κόκορα … ,  το σκάψιμο των θεμελίων … έβαζαν το  αγκωνάρι (πελεκητή πέτρα με γωνιές)
Σ’ αυτό του σπίτι που ‘ρθαμε ,  πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει ... , λέγανε  οι τραγουστάδες .
Οι Μάστοροι και τα μαστόρια
Σήμερα έχουμε μαστόρους … και μαστόρους λέγαν στο χωριό , κύρια , τους χτίστάδες και γενικά τους οικοδόμους . Τους άλλους τους λέγανε τσαγκάρηδες , γανοματήδες , χαλικιάδες , … και λιγότερο μαστόρους
Στο χωριό όλοι τους ήτανε μαστόρια . Χάλαγε η στέρνα , το αυλάκι , η γράνα , άρπαζαν την αξίνα και η επισκευή επιτόπου . Έπαιρνε ο αέρας τη ράπη από τη σκεπή της καλύβας , έπαιρνε το δραπάνι , έκοβε ξιφάρα και έτοι μη η σκεπή . Ό,τι κι αν χάλαγε ξύπναγε στους Μπασταίους ο μάστορας …
Τώρα πώς να φτιάσεις το ψυγείο , την κουζίνα , το σιφώνι . Το πιργιόνι … τον καυστήρα , τη μηχανή  … Όλα θέλουν μάστορα και μάλιστα καλό , αλλοιώς … να πάνε . 
                         
1. γαλάρια και παγάνες (;)  Η παγάνα ή παγανιά των ανίχνευτών για φέρουν το θήραμα στον κυνηγό … Παγάς λέγεται η σκληρή γη …   
Γαλάρια λένε τις προβατίνες που παράγουν γάλα . Μα και τον περίκλειστο μαντρότοιχο , το χώρο που φύλαγαν ή έκλειναν τα γιδοπρόβατα , μακριά από τα αρνοκάτσικά τους , για ευνόητους λόγους …
Η πρώτη “αρχιτεκτονική δημιουργία” του ανθρώπου πρέπει να ήταν μια σκόπιμη φραγή διαβάσεων ενός χώρου , για να μη μπορούν να διαφύγουν κάποια ζώα , πρόβατα ας πούμε , και να είναι διαθέσιμα σε πρώτη ανάγκη … Ή κάποιος φράχτης στο στόμιο μιας σπηλιάς , για
Τέτοια ή κάπως εξελιγμένα πρέπει να ήταν το πρώτο “αρχιτεκτόνημα” στο Μπασταίικο . Μια περίφραξη , με υπόνοια κύκλου , γύρω από κάποιο πεύκο , πουρνάρι ή αργιά πρέπει να ήταν το “αρχιτεκτόνημα”  του πρώτου οικιστή του τόπου . Όλα τα άλλα ακολούθησαν μετά …Αργά , πολύ αργά , μετά από αιώνες γίνονται στο χωριό σύγχρονα σπίτια .                        
2. Κονάκια (λέγανε και τα σπίτια τους)
Η λέξη είναι τουρκική μας λέει το Μεγάλο Λεξικό του Δ. Δημητράκου στη σελ.4026 και στο σχετικό λήμμα και σημαίνει την κατοικία , το ενδιαίτημα , το κατάλυμα , αλλά και την επιστάθμευση και το σπίτι του τσιφλικά στο τσιφλίκι . Στην Τουρκία κονάκι λένε το διοικητήριο  (ό.π.)
Η καλύβα , ας πούμε , για τη δική του διαμονή , σίγουρα την έφτιαξε μετά .  Πόσο μετά ; Μάλλον σα χειμώνιαζε , εκτός και ανήκε στην κατηγορία “των φόνημων παιδιών” , οπότε πρέπει να την έφτιαξε το καλοκαίρι . Άιντε το φθινόπωρο , αν δεν ήταν και τόσο “των φόνημων” . Το βέβαιο είναι πως έφτιαξε καλύβα … Μόνο έτσι καταλαβαίνουν το κονάκι οι Μπασταίοι . Γαλάρια και ύστερα καλύβια . Το επιβεβαιώνει κι ο Μπασταίος … και η Μπαστιώτισσα  Μαρία του Σταρόβα … Τα νιάνιαρα του Κρυονερίου , πάντα θα λεν και που το ξέρεις , μιας και τα παιδιά τα ξέρουν όλα , σύμφωνα με το τραγούδι του σοφού σαλτιμπάγκου … Τα παιδιά ίσως .. Τα νιάνιαρα ποτέ … Κι αυτό , για όλα … του κόσμου τα νιάνιαρα .
 Οι χρηματοδοτούμενες προδιαγραφές από τα ταμεία της ΕΕ , ήρθαν στο Κρυονέρι , πολύ αργότερα . Στου Μπάστα ποτέ και κανένας δε φαντάστηκε τέτοιο λαχνό … Αυτά είναι τα παράπλευρα … τυχερά της προόδου ...

3. Οι καλύβες .’ “”
Η λέξη καλύβα ή καλύβη , στην αρχαία Δωρική γλωσσική διάλεκτο έχει α αντί η , που έχει η Αττική γλωσσική διάλεκτος και είναι γένους θηλυκού . Το καλύβι είναι σερνικοθήλυκο ή ουδέτερου γένους . Οι Μπασταίοι δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ τους τη λέξη στην Αττική της μορφή . Αν πάρουμε και το ευέξαπτο του χαραχτήρα των Μπασταίων , τότε είναι  σίγουρα απόγονοι του φριχτού εκείνου δωρικού βασιλιά  Μενέλαου , που για την ωραία Ελένη … και τα λοιπά , και τα λοιπά  Ας τα να πάνεχριστιανέ μου . Γι αυτό και κάποιοι που δεν ήθελαν … να πάνε …,  το λέγανε καλύβι ή και καλυβάκι . Οι Μενελαϊκοί το λέγανε χαϊδευτικά καλυβούλα . Εκεί στις καλυβούλες ή καλυβίτσες οργίαζε η φαντασία με τις ωραίες Ελένες τους …
Το πρώτο σοβαρό “αρχιτεκτόνημα” ήταν η καλύβα ή καλύβη . Ίσως σε όλο τον κόσμο κι όχι μόνο στου Μπάιστα ...
Ορθογώνια ξύλινα κατασκευάσματα , 2χ3 μέτρα , συνήθως μέσα ή και έξω από το γαλάρι . Σχεδόν πάντα μέσα στο μαντρί , ή κοντά στ’ αλώνι .
Οι καλύβες φτιάχνονταν από χλωρά κλαριά θάμνων (κουμαριές , ρίκια κλπ ) , δένδρων (πλατάνια)  με τα φύλλα τους και καλάμων (ξιφάρας) , που όλα αυτά υπήρχαν κοντά στο χώρο . Πολλά μαζί δένονταν σε δεμάτια , μάτσες , όπως τις λέγανε . Ο σκελετός σε ορθογώνιο σχήμα ήταν από ακατέργαστο ξύλο . Τέσσερις πάσσαλοι διαμέτρου 5 εκ. , συνήθως από πευκοπούλες , που αφθονούσαν στην περιοχή  και ενάμισι μέτρο μάκρος , έμπηγαν στις 4 γωνίες του ορθογωνίου , ίσαμε μισό μέτρο μέσα στη  γη . Στο μέσον των  δύο  μακρύτερων πλευρών του ορθογωνίου , έμπηγαν και άλλον ισοϋψή πάσσαλο . Τρεις ή τέσσερες  σειρές τέμπλες[6] ή καλάμια , συνδέανε εξωτερικά τους κάθετους πασσάλους και επάνω σ’ αυτό το σκελετό τοποθετούσαν τις μάτσες , φράσσοντας τον ορθογώνιο χώρο … Στο μέσο της νότιας , συνήθως πλευράς , άφηναν άνοιγμα για την πόρτα   από τα ίδια υλικά . Δύο μακρύτεροι κατά μισό μέτρο από τους άλλους πασσάλους , εμπήγοντο στη μέση των δύο μικρότερων πλευρών του ορθογωνίου και στο πάνω μέρος τους δένοταν ή και καρφωνόταν ένα δοκάρι . Τέμπλες συνδέονταν με τις μακρύτερες πλευρές και δημιουργούσαν επικλινή στέγη . Πάνω στις τέμπλες αυτές τοποθετούσαν τη ράπη από ξιφάρα που αφθονούσαν στην περιοχή . Ο εσωτερικός χώρος προστατευόταν απ’ το κρύο και τη βροχή … 
Συνήθως σε κάθε γαλάρι και αργότερα κοντά στ’ αλώνι φτιαχνόταν μια καλύβα ...  
4. Μαντρί , μάνδρα , μάντρα , που στη εκκλ. γλώσσα είναι η περιτοιχισμένη , συνήθως , μονή . εξ ου και ο τίτλος : αρχιμανδρίτης
5. Χαμοκέλες 

- Τας ωμούς πλίνθους αντικατέστησε η πέτρα τη 10ετία  370 - 360 πχ
6. Χαμόγεια  .
Υπόγεια δεν έφτιαξαν ποτέ τους .  
7. Δίπατα . Τα δίπατα είχανε κατώι και ανώι . Το ισόγειο στο χωριό λεγότανε κατώι . Ποτέ ισόγειο . Τον  1ο όροφο το λέγανε ανώι . 
Αρχιτεκτονική . Τα  σ π ί τ ι α   τους , τα "εξοχικά τους" , τα κανάκια τους , οι καλύβες , τα γαλάρια  , ,, τότε και τώρα .        
Οι  ε κ κ λ η σ ί ε ς , τα νεκροταφεία , τα εξωκλήσια και οι τοποθεσίες , ερείπια , ... παλιά και καινούργια ...
Σαν πλήθαιναν  , δεν  χωρούσαν όλοι μέσ’ την εκκλησιά . Δεν είναι και σωστό να είναι μέσα οι μισοί κι άλλοι μισοί απέξω …Έπρεπε να μεγαλώσει και με προοπτική . Μεγάλωσαν την Εκκλησία το 1848; ( υπάρχει πλάκα στη νότια πλευρά του ναού) . Και πάλι σαν αυξήθηκαν και πάλι τη μεγάλωσαν (στην 20ετία ΄70 - ΄80 ) . Προσθέσανε μάλιστα και ξεχωριστό , ψηλό καμπαναριό , με φωτεινό σταυρό ...   
        Οι  β ρ ύ σ ε ς , οι διαμορφωμένες πηγές ,  τα πηγάδια ,....
       
το Μπασταίικο σπίτι και τα έπιπλά του                
Μπαίνοντας από την εξώπορτα στο εσωτερικό του σπιτιού, δεξιά ή αριστερά υπήρχε ένας καθρέφτης με τη λέξη καλημέρα και ένα ανάρριχτο κέντημα. Εδώ φωτό  Κάπου κει κοντά ήταν και η κρεμάστρα. Μια σειρά πρόκες καρφωμένες στον τοίχο ή στο πίσω μέρος της εξώπορτας όπου κρέμαγαν συνήθως τις κάπες, τα πανοφόρια ή τις μπόλκες[7] . Στο χώρο της κουζίνας υπήρχε το αρμάρι[8] , που ήταν δύο ή τρεις σειρές οριζόντια εντοιχισμένες τάβλες σε βαθούλωμα τύπου κλειστού  παράθυρου, όπου έβαζαν τα πιάτα κλπ σκεύη . Το Αρμάρι μπορούσε να το αντικαταστήσει η πιατοθήκη , που ήταν ένα ξύλινο τελάρο με οριζόντιες σανίδες στερεωμένο στον τοίχο , όπου έβαναν τα πιάτα … Κάπου κει κοντά ήταν κρεμασμένο το φανάρι , περίκλειστο με σήτα , όπου έβαζαν τα φαγητά για να μη επικάθονται μύγες . Στην κουζίνα υπήρχε κι σοφράς , τετράγωνο  χαμηλό τραπέζι , που χρησίμευε για να τρώει η οικογένεια κοντά στη φωτιά στο παραγώνι . Στο σοφρά οι νοικοκυρές άνοιγαν φύλλα για γλυκά, πίτες, χυλοπίτες και  για άλλες καθιστικές δουλειές.
Στη σάλα του σπιτιού, πάνω σε μια κασέλα , φορτσέρι ή μπαούλο ή ξύλινη κατασκευή σε σχήμα Π, τοποθετούσαν διπλωμένες τις μπατανίες (κουβέρτες), τ’ απλάδια, τα παπλώματα, τα ματαράτσια (στρώματα), τα σαΐσματα και τα σκέπαζαν με ένα άσπρο σεντόνι. Αυτό ήταν πολλές φορές ίσιαμε το πατερό και το λέγαν γιούκο. Μέσα στην κασέλα και το μπαούλο έβαζαν συνήθως ρούχα, σεντόνια, εσώρουχα,  κλπ. Ψηλά σε μια γωνία ήταν  το κονοστάσι, με ένα καντήλι και εικονίσματα. Εκεί βάζανε τον αγιασμό και τη στεφανοθήκη με τα στέφανα του ζευγαριού. Στη σάλα ήταν και η τραπεζαρία σε μακρόστενο σχήμα. Εκεί έστρωναν το τραπεζομάντιλο και έτρωγαν τις γιορτινές μέρες. Χριστούγεννα, Πάσχα, 15Αύγουστο και σαν έρχονταν ξένοι στο σπίτι. Στην τραπεζαρία, συνήθως, άπλωναν τον τραχανά ή τις χυλοπίτες, για ξεραθούν.  Εκεί άπλωναν τα βιβλία για να διαβάσουν και να γράψουν παιδιά. Γύρω από την τραπεζαρία υπήρχαν τα καθίσματα. Τα παλιά χρόνια δεν είχανε τραπεζαρία, ούτε καθίσματα. Πρώτο κάθισμα ήταν το χώμα, όπου κάθονταν σταυροπόδι ή κάποια πέτρα και τα τσιούμπια, από κορμούς δέντρων. Εξέληξή τους ήταν  τα σκαμνιά φτιαγμένα από σανίδες και αργότερα αγόραζαν  ξύλινες καρέκλες. Ακόμα υπήρχε κολλητό στον τοίχο κι ένα τετράγωνο τραπέζι, με έναν μεγάλο καθρέφτη, κρεμασμένο στον τοίχο, πάνω από το τραπέζι. Κάπου εκεί, παράμερα, στη σάλα ή σε άλλο δωμάτιο υπήρχε το μπεσίκι ή κούνια ή σαμαρίτσα[9]  και η Νάκα[10], με τα σπάργανα και το μποβίτη[11] … για τα μωρά.  Στη σάλα και στα δωμάτια υπήρχαν τα κρεβάτια. Κατασκευές από δύο στρίποδα σχήματος Π, που κάθε πόδι του ήταν ένα κεφαλαίο Λ. Πάνω στα στρίποδα έβαζαν τα σανίδια και έστρωναν σαΐσματα ή στρώματα που τα γέμιζαν με βρομίστρα[12] , πούσια (οι φλούδες αραποσιτιού), άχερα ή κουρέλια. Για σκέπασμα είχαν κουρελούδες, μπαντανίες και κουβέρτες. Για κρεβάτια πολλές φορές χρησιμοποιούσαν τα κασόνια και τις κασέλες. Το κρεβάτι σκεπαζόταν, όταν δεν το χρησιμοποιούσαν, με πολύχρωμες κουβέρτες. Κάτω από τα κρεβάτια έκρυβαν καλάθια, παπούτσια και άλλα αντικείμενα.
Στο κατώι
Είχαν το κασόνι , που ήταν  ξύλινο , συνήθως από πλάτανο . Εσωτερικά χωριζόταν σε διαμερίσματα που τα έλεγαν μάτια .  Εκεί  έβαζαν τα γεννήματα . Στάρι , κριθάρι , αραποσίτι , βρώμη και άλλα δημητριακά .
Τ’ ανάχρεια.
Ανάχρεια λέγανε κάθε χρειαζούμενο σκεύος. Και τα λέγανε έτσι, όχι γιατί τους ήσαν άχρηστα, όπως θα μπορούσε να συμπεράνει κάποιος στο άκουσμα της λέξεις, αλλά γιατί τα χρειαζόντουσαν πολύ συχνά. Ξανά και ξανά.  Τέτοια ήταν :
α) Για το νερό είχαν:  Το νεροβάρελο[13] ή βαρέλι ήταν ξύλινο και μεταφέρανε το νερό στον ώμο ή ζαλιά από τη βρύση, συνήθως οι γυναίκες και χώραγε 15 με 20 οκάδες νερό. Τη Βαρέλα, που ήταν ξύλινο μικρό βαρελάκι που το κρεμούσαν με σχοινί ή άλυσο και μετέφεραν νερό στο χωράφι . Χωρούσε  3 με  5 οκάδες νερό. Το τσουκάλι με χερολαβή ήταν χάλκινο, αλλά παλιότερα και ξύλινο. Χωρούσε 2 με 3 οκάδες νερό. Την κανάτα  ή το κανάτι, χάλκινο ανάχρειο με χερούλι στο πλάι , γυάλινο και σπανιότερα ήταν το πήλινο ή ξύλινο. Από αυτό πίνανε νερό ή κρασί ή και κερνούσαν στα νεροπότηρα ή κρασοπότηρα. Κάποια από τα νοικοκυριά είχαν σούγλο[14]. Ήταν πολυανάχρειο , για νερό, για τρύγο, για μεταφορά φρούτων, για να ποτίζουν και ταΐζουν τα ζώα, να μεταφέρουν δημητριακά στα σακιά κλπ. Και τέλος είχαν την τέσσα, που τη χρησιμοποιούσαν περισσότερο για να μεταφέρουν φαγητό και σπανιότερα νερού ή γάλα. 
β) για το φαγητό.
Τετζιερέδες διάφορων διαστάσεων …
Τέσσες, σαγάνι , τηγάνια , τα ταψιά ,
Γαδίνες  λέγανε και τα βαθιά πιάτα που έτριβαν το γάλα ή έτρωγαν τις τριφτιάδες.  Κουτάλια ή χουλιάρια , κουτάλες ή χουλιάρες σε διάφορα μεγέθη , σιδερένια,  ξύλινα φτιαγμένα από ξύλο κουμαριάς με ολόγιομο φεγγάρι από ντόπιους μαστόρους. Είχαν κουτάλια του γλυκού, του φαγητού και κουτάλες για «κένωμα».
Κούπες  , ποτήρια  κρασοπότηρα , νεροπότηρα , ποτηράκια για γλυκόπιοτα , ούζο ή ρακί …
 Γουδί ξύλινο και αργότερα μπρούτζινο που χτυπούσαν μέσα καρύδια, αμύγδαλα, σκόρδα και διάφορα μπαχαρικά με το γουδοχέρι
 Για το μπάλωμα , βελόνες μικρές και μεγάλες , σακορράφες και τσαγκαροβελόνες Δαχτυλήθρες μικρή μεταλλική θήκη που μπαίνει στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού και σπρώχνει την βελόνα ή την σακοράφα …
Διάφορα καλάθια για μεταφορά ή και αποθήκευση    όλα πλεγμένα με καλάμια . Κανίστρες , κοφίνια, καλάθια , καλαθάκια , μαλάθες για κόλλυβα, ψωμί στα μνημόσυνα κ.λ.π
Διάφορα άλλα … Χερόλαμπες με φυτίλι και λαμπόγιαλο που καίγανε πετρέλαιο . Το λυχνάρι και το καντήλι με το φυτίλι , που καίγανε λάδι . Ο κορίτος , ξύλινος για τα γουρούνια … Το σαγάνι , για τα σκυλιά , γατιά  . Το καβουρνιστήρη κυλινδρικό λαμαρινένιο με συρόμενο ή ανοιγόμενο πορτάκι πάνω στο κύλινδρο που τον διαπερνούσε μια σιδερόβεργα, που στη μια άκρη ήταν μυτερή και στην άλλη είχε κούρμπα με λαβή που διευκόλυνε να περιστραφεί. Ο μύλος που αλέθανε τον καφέ , το πιπέρι ..
Ο Κόπανος  ξύλινο εργαλείο με χερολαβή που η μια πλευρά του ήταν ορθογώνια και η άλλη κωνική, για το κοπάνημα των μουλιασμένων χοντρόσκουτων στο ποτάμι.
 Για το ζύμωμα του ψωμιού … Η σκαφη όπου ζυμωνόταν το ψωμί , τα πλαστήρια για το φούρνισμα, η κρισάρα ξύλινα σκεύη από  λεπτή ή χοντρή συρμάτινη σήτα για το ξεχώρισμα του αλευριού από τα πίτουρα. Υπήρχαν δύο ειδών κρισάρες η χοντρή για το κοσκίνισμα για το φτιάξιμο του ψωμιού και η ψιλή για τις λειτουργιές τους κουραμπιέδες και τις μπουγάτσες.
Αποθηκευτικά ανάχρεια . Τα πήλινα ή γυάλινα  λαήνα  πλατύστομα ή στενόλαιμα σκεύη με μεγάλη κοιλιά και καπάκι , με χερούλια κοντά στο στόμιο, ενώ η άλλη χωρίς λαιμό και στην κοιλιά οι χειρολαβές. Αποθήκευαν ξύδι, τουρσί, πετιμέζι κ.α.
Για τα δημητριακά πριν τα πάνε στο μύλο . Το κάρτο , το κόσκινο
Λεβέτι Μεγάλο χαλκωματένιο κυλινδρικό δοχείο με δύο χερούλια κοντά στα χείλια που χωρούσε γύρω στα 50 λίτρα. Το χρησιμοποιούσαν στο ποτάμι για να βράζουν νερό για το πλύσιμο ή για να μαγειρέψουν μεγάλες ποσότητες φαγητού για γάμους ή για το βγάλσιμο του ούζου.
 Για τη φωτιά στη γωνιά και το φούρνο . Η μάσια ή μάσα  σιδερένιο εργαλείο με λαβή και τριγωνικό πεπλατισμένο άκρο που ήταν απαραίτητο  για το σιάξιμο των ξύλων και το μάζεμα της στάχτης . Η  μάσα του φούρνου ήταν μακρύτερη η χερολαβή .
 Οι μποτίλιες ή μπουκάλες ήταν γυάλινες και βάζανε κρασί αλλά και αποθηκεύανε  ποτά , λάδι πετιμέζι …
Τα μπρίκια διαφόρων μεγεθών από χαλκό ή λαμαρίνα με χειρολαβή  . Σε αυτά βράζανε τα αυγά ζεσταίνανε νερό , φτιάναν χαμομήλι , καφέ κλπ .
Ο νιφτήρας  ήταν από λαμαρίνα με κάνουλα τον κρέμαγαν στο νεροχύτη της κουζίνας για νίψιμο , αλλά και πλύσιμο πιάτων κλπ .
Το παλιό παγούρι ήταν ξύλινο και το λέγανε τσίτσα . Αργότερα ήταν αλουμινένιο επενδυμένο με ύφασμα , σαν του στρατού  και έβαζαν νερό ή και κρασί …
Τα πιο παλιά πηρουνοκούταλα ήταν ξύλινα μικρά και μεγάλα από Μπασταίους τεχνίτες . Αργότερα είχαν και σιδερένια …
Τα πλαστήρια ξύλινα ανάχρεια με στρογγυλή ή τετράγωνη ή και παραλληλόγραμμη ορθογώνια επιφάνεια με μακριά στρογγυλά χέρια για να πιάνεται . Πάνω σε αυτό  έβαζαν τα άψητα ψωμιά , κουλούρες ή ταψιά και τα σπρώχνανε  μέσα στον  φούρνο  που είχε καεί .
Ο πλάστης  ήταν ένα ραβδί με το οποίο ανοίγανε φύλλα για …χίλιες δυο λιχουδιές …
Οι πυροστιές ήταν σιδερένια τρίγωνα διαφόρων διαστάσεων  που σε κάθε γωνία του τριγώνου είχαν ένα πόδι ίσαμε 15 με 20 ή και παραπάνω εκατοστά , τοποθετούνταν πάνω στη φωτιά και πάνω  τους βαζανε  κακάβια , καζάνια ,  τεντζερέδες  και άλλα μαγειρικά ανάχρεια .
Το καντάρι ήταν μια σιδερόβεργα , ίσαμε 1 μέτρο με διαγραμμίσεις σε οκάδες , αντίβαρο και τσιγκέλια για να κρεμιέται στο στειλιάρι που ακούμπαγε στους ώμους δυο νοματαίων  και να κρεμάνε τα σακιά , τις λάτες ή τα δοχεία με το ρετσίνι , το λάδι ΄… που ήταν για ζύγισμα .  Υπήρχε και μικρό καντάρι με εσωτερικό ελατήριο , μια χαρδαβέλα για το κράτημα και ένα ζγάντζο για να κρεμάνε  αυτά που ζυγιάζανε .
Σίδερο Είχε σχήμα τριγωνικό από μαντέμι που ήταν κούφιο εσωτερικά για τα κάρβουνα. Άνοιγε από τη μύτη το επάνω καπάκι που ήταν προσαρμοσμένο στη μέση το ξύλινο χερούλι σιδερώματος. 
Σκάφη ξύλινη  για να πλένουν με αλισίβα(νερό που περνούσαν από στάχτη για να γίνεται μαλακό και να  πιάνει το σαπούνι , αφού το νερό της βρύσης έχει πάνω από 75% σκληρότητα…. Μέτρηση της Νομαρχίας Τη 10ετία του 80 ) .          
Η σαλιέρα για το αλάτι …
     

αρχιτεκτονική Tα WC τους  .
… Και που χέζατε , γιαγιά …
… Άσεμε παιδάκι μου … Ρώτα τομπαπούλι σου…
Χέστρες για να κάνουν την ανάγκη[15] τους  δεν είχαν στο χωριό … Το πλάι[16] , όπως λέγαν την πλαγιά, που ορθώνεται στο προσκεφάλι του χωριού , τα σκίντα και οι κουμαριές δίπλα στις στράτες και τα χωράφια τους , φτάναν αν δεν τους περσεύαν .  Σαν φτιάσανε προβά [17], στη 10ετία του ΄50 , τα φτιάσανε μακριά όσο γινόταν από το σπίτι , να μηντους  φτάνει η βρώμα . Ήσαν χτίσματα τουενός τ.μ. από τούβλα και μια κουρελού για πόρτα . Δυο σανίδια ή ξύλα για να πατάνε και μια λακκούβα απουκά[18] για να δέχεται τα απόβλητα τους .  Αυτό το κατασκεύασμα οι παλιοί το λέγανε προβά , αλλά και αποχωρητήριο .  

        Στο χωριό , μέχρι το 1950 , δεν είχαν μέσα στα σπίτια ευκολίες , σαν τώρα. Το πλάι του Λακαβιδιού δεχότανε όλο το φόρτο των λημμάτων της πολυαριθμότερης Δώθε ρούγας . Εκεί πάγαιναν οι Σωτηρακαίοι , οι Φωναίοι , οι Τζουκαίοι , οι Ρηγαίοι , οι Χριστόπουλοι και του Ξένου . Δεν είναι βέβαιο αν πήγαιναν και οι άλλοι της ρούγας ή έβρισκαν θάμνους πιο κοντινούς ή και μακρινούς ή κρατιόντουσαν μέχρι να φτάσουν στα χωράφια … Δεν είν’ και λίγοι 100 και νοματαίοι να χέζουνε στο πλάι …
        Το πλάι είχε σκίντα , κουμαριές , σπαρτιές , σμερτιές και βάτα … Μισό μέτρο πιο κει και δεν έβλεπες τον άλλο , και ιδιαίτερα την άλλη . Μόνο μπορούσες ν’ ακούσεις τους σχετικούς ήχους , αν έστηνες αφτί . Αυτό όμως ήταν εντελώς άχρηστο . Οι ήχοι ήταν πασίγνωστοι …
Κάποιοι διαβολόστελναν  για τους εκκωφαντικούς ήχους  που έρχονταν από το πλάι . Αυτό  γινόταν καλοπροαίρετα και γι αυτό συνοδευόταν  πάντα από ένα πνιγμένο χαμόγελο . Οι ένοχοι δε βρίσκονταν ποτέ . Εξ άλλου όλοι τους , λίγο πολύ , ήταν οι ένοχοι.
Το πλάι γνώριζε καλύτερα απ’ ούλους, όλες τις λεπτομέρειες των οπισθίων των Μπασταίων. Κανένας , μα κανένας  δεν υποπτευόταν ένα πλάι της δώθε ρούγας , σαν του Λακαβιδιού  ή μια ελιά στα Πετράλωνα της Πέρα ρούγας , πως θα γνώριζε τη γεωγραφία των πισινών ... της Πέρα , Δώθε ή Κάτου ρούγας … Ποτέ και σε κανένα δε μαρτύρησαν λεπτομέρειες που ήξεραν και κανένας δε σκέφτηκε για να ρωτήσει …
Κάθε μέρα που πήγαινε να ξεπληρώσει το χρέος , όπως το έλεγε ο γεροΦάνης , του ‘ρχόταν στο νου αυτό που άκουσε να λέει ο γεροΦαφλατάς  . Και του ’ρχόταν στο νου κάθε πρωί . Δεν ανησυχούσε όμως , ούτε το’ παιρνε με το μέσα μυαλό . Πως μπορούσε , όμως , να ξεχάσει τις παροιμίες του γεροΦαφλατά , που έκανε το σοφό και έλεγε συχνά χασκογελώντας : Αϊ  ... Ο γέρος πάει από πέσιμο ή από … Δεμπολυπίστευε , βέβαια σε τέτοιες ανόητες παροιμίες  , αλλά  καλού  κακού  , έπαιρνε τα μέτρα του . Καλού κακού ... Που ξέρεις , έλεγε , σαν όλους που δεν πιστεύανε σ’ άλλη ζωή ... και ματαλάβαιναν .  Καλού κακού , που ξέρεις αν …
- Που ξέρεις ;…  σκεφτόταν κι γεροΦώνης  , κάθε που τουρχόταν στο νου η παροιμία .

Πιο κει υπήρχε ακόμα το κομμάτι εφημερίδας ή βιβλίου -  δεν ήταν ξεκάθαρο , καθώς το έβλεπε απόμακρα - …που τόχε χρησιμοποιήσει τις προηγούμενες μέρες .
        Ο ανιψιός του εξ αγχιστείας , θεοσεβούμενος μέχρι θανάτου , του είχε στείλει ένα Βαγγέλιο να το διαβάζει για να γίνει καλός άνθρωπος , αυτός και τα παιδιά του . Γιατί όχι και όλο το χωριό … Πους ξέρεις , έλεγε από μέσα του και κείνος , κατά πως πίστευε ο θεοσεβούμενος ... Το Βαγγέλιο το ’βαλε στο ‘κονοστάσι και δεν επέτρεπε σε κανένα  χέρι να τ’ αγγίξει . Μόνο να το κοιτάνε και να κάνουν το σταυρό τους , έλεγε και ξανάλεγε σ’ όποιον άπλωνε το χιέρι  … Το περιτύλιγμα το πήρε κάποιος απ’ το σπίτι για χρήση μετά την ανάγκη , χωρίς να ξέρει το περιεχόμενό του  . Έβρεξε ο Θεός , κατά πως πιστεύουν και λένε στο χωριό και …
        Μέχρι τη 10ετία του ’50 όλοι αγόραζαν τις φημερίδες  και για τέτοια χρήση . Διάσημοι και διάσημες τις έβλεπες στοντενεκέ ή στους φράχτες και τις συστάδες των θάμνων με υπολείμματα στην όμορφη μύτη τους  ή τον ακούτραφο και γελούσες την ώρα της ανάγκης . Σ’ άκουγε ο παραδίπλα και άρχιζε το νταβαντούρι 
Εξήντα καί , χρονώ , ο γεροΦώνης ,νωρίς – νωρίς το πρωί  ,  ανέβηκε ξανά ψηλά στου Λακαβίδι . Ήταν Κυριακή πρωί . Δεν είχε παπά η εκκλησιά και δεν ακούστηκε καμπάνα . Όλοι φούσκωναν ασκιά , καθώς λέγαν οι έξυπνοι για τους κοιμισμένους …  Αργία με τα ούλα της αυτή Κυριακή γιαούλους και για  το γεροΦώνη . Είχε και γάμο χτες το βράδυ . Ο γεροΤσιέλιγκας πάντρεψε το μεγάλο του γιο με τη μικρή κόρη του Κρανιά …Ήταν καλεσμένος ο γεροΦώνης με τη φαμελιά του και γλέντησε με την ψυχή του . Έφαγε το καταπέτασμα και ήπιε τον άμπακο , κατά πως λένε στο χωριό . Δε μπορούσε να κάμει κι αλλιώς .
        - Φάτε και πιέτε ,  πιέτε και φάτε , το πάγαινε ούλο το βράδυ ο γεροΤσιέλιγκας με τον Κρανιά . Ήταν μεγάλη ντροπή να αφήκεις στο πιάτο το φαΐ  και στηγκανάτα το κρασί … Έτσι το πρωί σηκώθηκε για τη διπλή την ανάγκη … Αυτό , όμως , το πρωί κάτι αλλιώτικο συνέβη . Τριβελάει ο νους του παράξενα πράματα  και θάματα …Τούχει  κολλήσει στο τσερβέλο εδώ και καιρό . Από τότε που φάνηκαν στον κρόταφο τάσπρα μαλλιά … Είχε αρχίσει να τυχαίνεται και τη σοφή παροιμία . Και πώς να σεβαστείς μια τέτοια παροιμία που ξεφύτρωνε στηγκαθημερινή συνήθεια με τις αηδιαστικές  ακοές , οσμές  και όψεις… Το μόνο ευχάριστο σ’ αυτή τηνγκαθημερινή[19] ταλαιπωρία  είναι η στιγμή της  ανακούφισης , σαν ξεφορτώνεις τα «καλούδια» που καταβρόχθισες εχτές … Έλα όμως που ήρθαν πάλι οι σοφές παροιμίες  και μάλιστα και οι δυο μαζί και δηλητηριάζανε και την ηδονική ευχαρίστηση της ανακούφισης …! Πάντα , μα πάντα , κάθε που ερχόταν η ανάγκη , ερχόταν και η παροιμία . Και πάντα , μα πάντα , πρώτα η ανάγκη και μετά η παροιμία ... Αυτό του έκανε μεγάλη εντύπωση . Ποτέ δε σκέφτηκε τημπαροιμία την ώρα που όργωνε το χωράφι ή έσκαβε ταμπέλι  . Ποτέ την ώρα του κολατσιού ή , τομπαλιο καλό καιρό , την ώρα που πέρναγε  στην καλύβα με τη ΚυραΦώναινα …   
        - Ο γέρος πάει από πέσιμο ή από … Αυτή η σκέψη τον κάνει να προσέχει , που εμβαίνει και που τρέχει . Προσέχει μη γλιστρήσει στο πλάι και φρύξει το χωργιό . Προσέχει , γιατί τέτοιο πράμα δεν έχει ματαγίνει  στο πλάι , απ’ όσο θυμάται , κι ούτε έχει ακουστεί κάτι τέτοιο και για κανένα άλλο χωργιό ! Για φαντάσου , σκέφτεται ,  να βγει μόλογο , πως ο γεροΦώνης πάγαινε για …, και πήγε από … . Δεν ήθελε με τίποτα να γίνει κάτι τέτοιο .
        - Για φαντάσου να συμβούνε και τα δυο μαζί … Α !παπαπά , είπε από μέσα του και λύνει το ζωνάρι … Και κει που πήγαινε να … , τσιουφ  το άλλο στο μυαλό … Αργία μήτηρ πάσης κακίας …   Αυτό το λένε έτσι ακριβώς . Στην αρχαία γλώσσα , ούλοι στο χωργιό . Χωρίς ποτέ να κάμουν κανένα λάθος . Λες και ήταν όλοι τσιφλικάδες και συμβουλεύουν τους  κολλήγες . Μα τούτοι στου Μπάστα είν’ ούλοι τους οι φτωχοί …Πως και το λένε αυτό … Κάνουνε την πεθυμιά  … τσιφλίκι !


        Το απόκομμα πιο κει, κολλημένο στο βάτο,  έγραφε για το που βρέθηκε ο Θεός … Γι αυτό  άλλαξε μεριά και πήγε παράμερα να μην το βλέπει … και έστρεψε κατά τη μεριά του τεράστιου ίσκιου του, για να μη λιάζεται ο πισινός του …


==================================




     Οικοτεχνίες  τ’ αργαλειού και του πλεχτού
                                                       αργαλειός με τα συμπράγκαλα

Τ’αργαλειού                   

Η Φωνόνυφη, σαν έγινε εξήντα και  χρονώ, διάβηκε το κατώφλι του κατωγιού της, πήγε και κάθισε κει που καθότανε παλιά και ύφαινε τα τεχνουργήματα της. Στημπάντα, εκεί που ακούμπαγε η πλάτη της παλιά, υπήρχε ακόμα ο σκύλος, που είχε περίτεχνα υφάνει. Τότε που ήταν νια και ύφαινε. Και τι δεν της πέρασ’ απ’ το νου, σαν ύφαινε παλιά στο πατρικό της ...
Πότε θα παντρευότανε και ποιος θα ’τανε ο τυχερός …
Πόσα παιδιά θ’ ανάσταινε και τα ’θελε όλα του θεού. Βέβαια δύσκολο να ανταγωνιστεί τη μάνα της. Εκείνη ανάστησε 14 και όλα ήταν του θεού. Γέμισε η Αθήνα παπάδες, καλογέρους και καλόγριες. Ένας τους, έφτιασε ολόκληρη στρατιά καλόγριες.
Όπως αργότερα έλεγε , σαν κάποιος τη ρωτούσε για τα παιδιά της, απαντούσε:  5 του θεού. Στραβογέλαγε λίγο ο άντρας της, σαν τύχαινε να ’κούσει κάτι  τέτοιο, αλλά εκείνη ούτε που έπαιρνε χαμπάρι. Και η Παρθένα Μαρία, πουθενά δε φαίνεται να σχολιάζει τις σοβαρές αμφιβολίες του Ιωσήφ για τον πρωτογιό της …
 Εξόν από την κόρη της, που ήταν και με το παραπάνω του θεού, ούλα τα άλλα, καλά βέβαια της βγήκαν, μα δεν ήταν και τόσο , όσο θα ήθελε του θεού . Παραγραμματιστήκανε βλέπεις και εκείνη δε μπορούσε να τα λέει περιγραμμάτου , για να μπορέσει να τα βάλει στο δρόμο του θεού . Εκείνα της λέγανε πως αυτός ήτανε ο ίσιος δρόμος και ... δεν έβγανε άκρη . Οι γονείς της  δεν τη γραμματίσανε βλέπεις , όπως τάλλα τους παιδιά . Και είχε κοπιάσει τόσο πολύ να γραμματίσει τα παιδιά της και να ξεστραβωθούν . Να γίνουν πιο κι από κείνη του θεού . Να μάθουν ό,τι δεν καταλάβαινε εκείνη για το θεό και τη θρησκεία … Και τι όνειρα δεν έκανε για την κόρη της … Και τι χαρά ανέβαινε στη ψυχή της σαν έβλεπε ταγκόνια της …
Ακόμα και για τον υφαντό της σκύλο , πόσο θα ήθελε να γίνει κάποιο θάμα και να γαυγίσει , να βγει μόλογο για το αριστούργημά της 
Ε! κακό ήταν να γαυγίζει που και που ; Κι ο κόκορας , που έφτιασε στ’ απλάδι να μη λαλεί κι αυτός , όχι κάθε πρωί , μα τα Χριστούγεννα , ας πούμε , τη Λαμπρή ,η στη χάρη της το 15Αύγουστο . Και τι δεν είχε περάσει από το μυαλό της τότε που ύφαινε ... 
Α! Και οι ανάγλυφες πάπιες ; Αυτές  που έφτιαξε με το πόμπολο στα χεράκια της …για το μεγάλο γιο της για την κόρη και μεγάλη αγκόνα της , να μη βγάλουν κι αυτές κανα κρογμό παπίσιο ; Κακό είναι ; Εμ δεν είναι …
Πώς να το κάνουμε , ήμουν χρυσοχέρα …


 ο υφαντός σκύλος της Γιώργαινας της Φωνόνυφης

Τράβηξε κανά δυο φορές το χτένι , πάτησε με δύναμη τα ποδαρικά , σκούπισε κάποιο δάκρυ ευχαρίστησης για όλα τα περασμένα και σηκώθηκε να βγει από τον αργαλειό , όταν στη γειτονιά … σκύλος και  κόκορας ανταγωνίζονταν ποιος πιότερο θ’ ακουστεί 

Ο αργαλειός αν και γυναικείο εργαλείο , τόφτιαναν άντρες . Κανένας άνδρας στο χωριό δεν έφτιασε ούτε ένα ρούπι σκουτί(ύφασμα) σε αργαλειό . Κατασκευαστικά ήταν δουλειά αντρίκια . Λειτουργικά , γυναικείο . Δεν ακούστηκε στο χωριό γυναίκα να φτιάνει αργαλειό ...
Σχεδόν όλα τα νοικοκυριά είχαν τον αργαλειό τους . Κι όσα δεν είχαν , δεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα . Χρησιμοποιούσαν της γειτόνισσας , εκτός κι αν , για λόγους άλλους, είχανε μαλώσει  . Δεν υπήρχε ανταγωνισμός ούτε ένταση της παραγωγικότητας. Αντίθετα θα λέγαμε πως συναγωνίζονταν , βοηθώντας η μια την άλλη , με την κατακτημένη τεχνογνωσία και άλλα φιλικά  στοιχεία . Τα παραγόμενα ήταν για οικογενειακή και μόνο χρήση … Δάνειζαν τα λανάρια , τα χτένια , τα μιτάργια , τις σαΐτες , τα αντιά , τις ανέμες , κι αν ήτανε για τα προικιά της κόρης δανείζαν και τον αργαλειό . Τις ρόκες δεν τις πολυδανείζονταν , αφού εύκολα φτιάχνανε μια ρόκα . Ένα ίσιο ξύλο , ίσια μ’ ένα μέτρο , με δυο διχαλωτά κλαριά και το Φ της ρόκας έτοιμο στο πι και φι . Τα σφοντύλια όμως και τα αδράχτια … τα δανείζονταν . Κι αν χάνονταν και κάποια  … ε ! δεν πείραζε και τόσο … Ας είν’ καλά ο άντρας τους που θα τους φτιάσει άλλα . Το στενοσκέπαρνο ήταν κρεμασμένο στη θέση του , στον τοίχο , έτοιμο να … πιάσει δουλειά .
Εργαλείο πασίγνωστο στο χωριό ο αργαλειός . Σόλα τα νοικοκυριά βρισκόταν ξαπλωμένος κοντά στο παρεθύρι , στο κατώι . Όρθιο (κάθετο) αργαλειό , με βαρίδια κι τέτοια συμπράγκαλα , δεν είχαν στο χωριό κι ούτε υποπτευόταν πως υπήρξε τέτοιο κατασκεύασμα . Κι αν άκουγαν για κάτι τέτοιο , για το νεολιθικό κατασκεύασμα , θα σούφρωναν το σαγόνι σε σχήμα θαυμασμού και απορίας ή θάσκαγαν στα γέλια , για θα τους φαινότανε αστείος αργαλειός . Κρέμαγαν , βέβαια , τσικλιά (κλωστές) και τέτοια  στα χέρια τ’ άντρα τους για να φτιάσουνε κουβάργια ή σε διχάλες για να πλέξουνε σκοινιά  …Τέτοιος αστείος αργαλειός δεν είχε θέση στο χωριό . Ήταν , είναι και θα μείνει άγνωστος . Ποτέ τους οι Μπαστιώτισσες  δεν κρεμάσανε κλωνές με πέτρες σε κλαριά , για να υφάνουν  μπατανίες , κουρελούδες και τα άλλα τους προικιά . Ποτέ για σώβρακα , βρακιά και τέτοια . Θέλανε το μάκρος του υφαντού να ξεπερνά  το ύψος τ’ αστραγάλου ... 
Δε μάθανε ποτέ τους πως οι αρχαίοι , Αιγύπτιοι , Έλληνες  και η Ινδιάνικη φυλή Navaho , χρησιμοποιούσαν τον όρθιο (κάθετο) αργαλειό , μέχρι που οι Αμερικανοί τους κόψανε τα χέρια και πάει κι όρθιος αργαλειός ... Ούτε πως το 13ο αιώνα μ. Χ. στην Ευρώπη παραγκωνίστηκε ο όρθιος και τη θέση του πήρε ο οριζόντιος αργαλειός, γνωστός από το 3.000 π.Χ. στην παλιά Αίγυπτο , αλλά και στους Μπασταίους . Ούτε που η Βίβλος λέει πως η πονηρή η Δαλιδά , για να μάθει το μυστικό της δύναμης του Σαμψών, ύφανε τα μαλλιά του με οριζόντιο αργαλειό . Ποτέ τους δε θα μάθουν οι Μπαστιώτισσες , εκεί στην κατουΝτίστα[20] σε αιώνια σφυχταγκαλιά με τους Μπασταίους τους , πως ήταν σπουδαία εξέλιξη του  αργαλειού  η ταυτόχρονη εκτύλιξη του στημονιού και περιτύλιξη του υφάσματος σταντιά . Αγαπάγανε  τον ξαπλωτό (οριζόντιο) αργαλειό τους , σαν  … με τς άντρες τους .
Σε κάποια πεισματάρικα γιατίί; , απαντούσαν με διπλό πείσμα …
-  Για τ’ αντί , πόχει 4 τρούπες 
Στο πίσω αντί (πισάντι)  , τυλίγανε το νέμα , αλλά και  γνέμα , εξ ου και γνέθω  (το νήμα) , το στημόνι  . Μια μια οι κλωνές περνούν (μίτωμα) από τα μιτάρια (μίτος) και από τις χαραμάδες των χτενιών , για να φτάσει κόντρα στο άλλο αντί , το μπροστινό . Με χάρη η άξια κόρη περνάει τη σαΐτα με το υφάδι , μέσα από τις χίλιες δύο κλωστές του στημονιού και μ’ ένα χτύπο με το χτένι , το υφαντό αυξαίνει . Με δυο , όμως , το υφαντό κρουσταίνει ( γίνεται πυκνό) . Με τον καιρό , σαν πάρει “φωτιά” ο αργαλειός , μια με τόνα πόδι στο ποδαρικό κατεβάζει το μιτάρι , μια με το άλλο , τακα τουκα … του διβάλου θηλικό … κατά πως το τραγουδάει κι ο Ξυλούρης . Το στημόνι ήταν κόκκινο ή λευκό βαμβακερό νήμα του εμπορίου , που το τοποθετούσαν  κατά μήκος του αργαλειού τεντωμένο. Πάνω του γινόταν η ύφανση. Το στημόνι το προμηθεύονταν σε κούκλες , που περνούσε από διάφορες φάσεις μέχρι να τυλιχτεί στο «αντί» . 
 To τοποθετούσαν στην ανέμη και με το ανεμίδι τυλιγόταν στα καλάμια που τάχαν τοποθετήσει πάνω στην κλουβίστρα . Στήριζαν το πίσω αντί στις δύο τυλίχτρες και τύλιγαν πάνω του το νήμα .

Σαν βάλουν το στημόνι , (βάζω το βιλάρι , λέγανε) …
Η άξια κόρη…«με τα ποδάρια ύφαινε και με τα χέρια γνέθει , με το μικρό της δάχτυλο περνάει τη σαΐτα» .. Η τέχνη της κόρης , που ύφαινε στον αργαλειό , ήταν το που , πως και πότε θα περνάγανε οι σαΐτες , για να βγούνε τα ξόμπλια (σχέδια) όμορφα στο υφαντό . Η πανάρχαια και πανανθρώπινη τέχνη …Η γνώση και η καλή επίδοση σ’ αυτήν ήταν γυναικεία αρετή ... Μόνο οι  Μινωίτισσες «Θεές των Όφεων» ξεπέρναγαν τις Μπαστιωτοπούλες τσούπες . Η κοιμωμένη προστάτης του χωριού Εβραιοπούλα Μαριάμ , άκουγε αυτά που λεν οι άντρες και δεν επέτρεπε πολλά πολλά στις βάιζες .
«Τα στάδια της ύφανσης είναι τα εξής:
1. Δημιουργία ανοίγματος νημάτων στημονιού
2. Πέρασμα του φορέα υφαδιού μέσα από το άνοιγμα του στημονιού και εναπόθεση του υφαδιού.
3. Χτύπημα του υφαδιού από το χτένι προς το παραγόμενο ύφασμα.
4. Σταδιακή εκτύλιξη του στημονιού
5. Τμηματικό τύλιγμα του παραγόμενου υφάσματος και επανάληψη από το στάδιο 1 με εναλλακτική κίνηση των τελάρων.
Για τα νήματα υφαδιού απαιτείται το Μασούρισμα, ενώ η προετοιμασία του στημονιού ολοκληρώνεται σε τρία στάδια: το Διάσιμο, το Κολλάρισμα και το Μίτωμα »

  Τ’ αργαλεία  τ’ αργαλιού
Σε τίποτα δε φτάνει ένας καλοστημένος αργαλειός . Ακόμα κι αν τα σκαλίσματά του είναι αριστουργήματα , πιο όμορφα από του τέμπλου ή του δεσποτικού της εκκλησιάς . Χωρίς Λανάρια , Ρόκα ,  αδράχτι ή σφοντίλι  , χωρίς ανέμη  … μασούργια  ή σαϊτες …Χωρίς τ’ αργαλεία τ’ αργαλιού , τι θάητανε ο αργαλειός … Και πάν’ απ’ όλα , χωρίς την έμορφη τη βλαχοπούλα …  δε θάητανε αργαλειός .
1. Λανάρ(γ)ια . Με τα λανάρια γινόταν το λανάρισμα , το ξάσιμο (από το ξέω, ξύνω ) . Τα λανάρ(γ)ια  ήταν  4 με 5 παράλληλες σειρές μυτερά καρφιά μπηγμένα σε σανίδι , που είχε σχήμα  κόπανου . Το ύψος των καρφιών έφτανε τους 10  με 15 πόντους . Με το λανάρισμα . … ξεχωρίζαν οι λεπτές ίνες  τα άχρηστα . Μετά  πόστιαζαν το ξασμένο μαλί ή σπάρτο και  οι τουλούπες ήταν έτοιμες  για  ρόκα.

2. Η ρόκα . Η ρόκα ήταν ένα ραβδί ίσιαμ’ ένα μέτρο  μακρύ , με δυο κλαριά στο πλάι , που κάμπτονταν και σχηματίζουν το γράμμα φ . Περνούσαν στη ρόκα τις τουλούπες απ’ το σπάρτο , το μαλλί  και το γνέσιμο αρχινούσε .

 Άρμεγε την τουλούπα  και τ’ αδράχτι[21] , η  δρούγα[22] με το σφοντήλι ή το κρεμύδι , έπαιρνε φωτιά . Τα επιδέξια χέρια της κυράς φτιάναν την κλωστή .
Σύμφωνα με το Βάσίλη το Τζούκα και τη Χριστίτσα με τα λανάργια  έξαίνανε το σπάρτο .  Το μαλλί ή το βαμπάκι το ξέναν με τα χέρια . Με τη δρούγα , γνέθαν το μαλί , το σπάρτο , το βαμπάκι κι έτσι φτιάνανε  το γνέμα ή νέμα (νήμα) , που θα υφαίνανε με τη σαΐτα .
Η ανέμη … Κόκινη κλωστη δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη[23]
το τύλιγμα στα μασούρια  , που μπαίναν στις σαΐτες …



Το βάψιμο στα κακάβια ... 














η μόδα …

Το κόψιμο και ράψιμο .

Οι ράφτρες  … Ούτε ραφτάδες είχε το χωριό . Μόνο ράφτρες . Τις μοδίστρες . Η πιο γνωστή ήταν στο χωριό η Καίτη του ταχυδρόμου … Είχε και μαθήτρια τη Χριστίτσα του Γιώρη του Φωνόπουλου …


Το μαλλί . 
Πόσο πήγε ή πόσο πάει το μαλλί  ή πόσο το κούρεμα ακουγόταν και ακούγεται πολύ συχνά στο χωριό . Δεν πρόκειται για αγοραπωλησία μαλλιού ή και κουρέματος …Αυτά έγιναν περασμένα – ξεχασμένα και από τα διηγώντας … να γελάς . Δεν πρόκειται πια  για ένα σπουδαίο από τα κτηνοτροφικά προϊόντα . Τώρα το πόσο πάει το μαλλί , έχει γίνει παλιοκουβέντα μονολογεί ο γεροΜνημης . Περισσότερο σαν σεξιστική κουβέντα ακούγεται εσχάτως . Και παλιά λέγανε για το αμούστακο κι αμάλλιαγο παιδί . Οι πιο προσεχτικοί αποφεύγουν να λένε τη λέξη μαλλί μπροστά σε γυναίκες !  
Το μαλλί αποτελείται από φυσικές  ίνες , τις τρίχες  , που παίρνονται  από το τρίχωμα , κύρια των προβάτων , αλλά και της κατσίκας , οπότε λέγεται κοζιά . Το τρίχωμα άλλων ζώων εν χρησιμοποιείται για ύφανση …  Χημικά η τρίχα αποτελείται από άνθρακα, υδρογόνο, οξυγόνο, άζωτο και θείο . Το φυσικό χρώμα του μαλλιού είναι συνήθως άσπρο , μερικές φορές μαύρο ή και καστανό ... Σαν ακούσεις να χρησιμοποιούν τη λέξη τρίχες σχεδόν ποτέ δεν εννοούν τις ίνες του μαλλιού . Σχεδόν πάντα χαραχτηρίζουν τα λεγόμενα άλλων . Ποτέ τα δικά τους …
Η ποιότητα του μαλλιού εξαρτάται από το είδος των προβάτων από τα οποία προέρχεται . Λέγανε πως η ράτσα μερινός  ήταν η καλύτερη για το μαλλί τους . Κάτι λέγανε ακόμα πως τα καλύτερα κουστούμια γίνονταν από Αγγλικό κασμήρι . Δεν ήταν ξεκάθαρο αν η ράτσα μερινός  ήταν  πρόβατα που τρέφονταν στο Κασμίρ …ή κάτι άλλο …
Η ηλικία του ζώου έπαιζε ρόλο στην ποιότητα του μαλλιού . Των αρνιών και των γέρικων δεν είχαν καμιά αξία . Όπως το κάτω μέρος του ζώου , κοιλιά ή τα οπίσθιά του ήταν καλυμμένα με κακής ποιότητας τρίχωμα .
Το καλό μαλλί απορροφά νερό , δεν τσαλακώνει εύκολα και έχει μεγάλη ελαστικότητα .

Κατεργασία .  Το κούρεμα ήταν μια τέχνη και κάποιοι ήταν πολύ ικανοί …
Οι πιο καλοί κουρευτάδες στο χωριό ήταν … 
Ο καθαρισμός από τον πίνο , το πλύσιμο από τη σκόνη και άλλα ξένα σώματα ...
Ο καθαρισμός γίνετανε με μηχανικές και φυσικές μεθόδους.
Μηχανικά … άπλωμα του μαλλιού πάνω σε τραπέζια και το χτύπημά του με ραβδιά ...
Χημικά …. καθαρισμός γίνεται με οξέα που καταστρέφουν τις ξένες ουσίες (σκόνη, άχυρα), . Μετά πλένεται με αλκαλικά διαλύματα, για να εξουδετερωθούν τα οξέα . Στο τέλος, πλένεται με σαπούνια και νερό για να φύγει το λίπος και να μπορεί να χρωματιστεί . Μετά το  στέγνωμα  ξένεται = χτενίζεται με ειδικές συσκευές , τα λανάρια , βάφεται  , γνέθεται και υφαίνεται στον αργαλιό …
Κάτι τέτοιο ή παρόμοιο θα διαβάσει για το μαλλί , αν κάποιος , κι αν , ανοίξει κάποια εγκυκλοπαίδεια . Τώρα κανείς δεν δίνει σημασία για το ίδιο μαλλί .
Στα καφενεία οι συνταξιούχοι και στις ρέμπελες παρέες , σαν πουν ή ακούσουν τη λέξη μαλλί , όλο και κάτι σεξιστικό θα ξεφουρνίσουν , υπήκοντες στη λίμπιτο…


Το μαλλί της προβατίνας
Η κοζιά της γίδας … Από το μαλλί της γίδας , την κοζιά , φτιάχνονται τα σαϊζματα  και οι καπότες[24] , αδιαπέραστες από τη βροχή …



 2. το σπάρτο : 




                                                                    Το σπάρτο

Το σπάρτο ή σπάρτιον το σχοινοειδές (Spartium junceum) είναι θάμνος με λεπτά και ευλύγιστα βλαστάργια , που χρησιμοποιούνται στην καλαθοπλεκτική , δεσίματα , σκούπες , σχοινιά , κατασκευή διχτυών , χαρτοπολτό .
Έχει μικρά φύλλα  , άνθη σε σταφύλι κίτρινα , καρπούς χνουδωτούς με δύο κοτυληδόνες (= φλέτζες) σαν το φασούλι , φυτρώνει σε όλα τα Μπασσταίικα και όχι μόνο , χωράφια . Φυτεύεται για τη διακόσμιση κήπων , πάρκων , δρόμων … Ανθίζει από τον Απρίλιο ως το Σεπτέμβριο  και είναι μελιτογόνο .

Λένε , πως περιέχει αλκαλοειδή σπαρτεΐνη που τονώνει την καρδιά ,  ηρεμεί από το άγχος , προστατεύει από το δηλητήριο της οχιάς ... Κάνει ματαράτσια , μπατανίες , κι όλα τα σκουτιά … Στου Μπάιστα , αλλά και στην Καλολετσή , ούλοι είχαν τις σπαρτιές τους για να φκιάνουνε σκουτιά και να μη γυρνάνε περλεκάτσι , να κοιμώνται στα ματαράτσια τους , να σκεπάζονται με τις μπατανίες , για να μηγκρυώνουν και πεθαίνουν οι χριστιανοί …
Ακούς εκεί , οικοτεχνία του σπάρτου ! Εμείς ξέραμε τις σπαρτιές μας στου Κακόσι , στη Φαλαρίδα , στη Νταρδαμπάρδα , στου Καλιμπάκη , στην Κομποκούκια …Δεν ξέραμε για κακοτεχνίες και τέτοια . Α ! Είχαμε σπαρτιές και στις Κολιτσούρες . Εκεί είχαμε μόνο σπαρτιές . Που να οργώσεις αυτό το χωράφι ! Είχε μια γλίνα που κόλλαγες και ‘μενες εκεί , αν κάποιος χριστιανός δε σε αβόηθαγιε . Αυτό τοειχαμε  ούλο σπαρτοχώραφο . Μόνο το καλοκαίρι πηγαίναμε και κόβαμε το σπάρτο και το μάτι μας γαρίδα στον καιρό . Τηράγαμε μπας και βρέξει και άιντε να ξεκολλήσεις … Θυμάται η Χριστίτσα του Γιώρη του Φωνόπουλου και σκάει στα γέλια . Σα σταμάτησε το γέλιο , σφούγκισε με τομπισινό της παλάμης τα μάτια και
Κι αν κάποια δεν είχε σπαρτιές ή δεντης φτάνανε οι δικές της  και ήθελε να φκιάσει τα προικιά της , ναντα  γεμίσει κουμαργιές και σκίντα , για να φαίνονται πολλά και να παντρευτεί , τότε …

Με πήγανε στο δικαστήριο , που λες . Έκοψα λέει του Καλοτσιάνου το σπάρτο . Ποια ; Εγώ που σήκωνα τα χέργια ψηλά , σαν τις Σκουτοπούλες που περνάγαν από τ αμπέλι ..  Εμένανε να με πάνε δικαστήριο γιατί έκλεψα το σπάρτο του χριστιανού . Εμένα που δεγκαταδέχομε να αγγίξω ξένο πράμα . Αλλά , να τι έγινε και φρίξε κι ο δικαστής  . Όταν φώναξε ο Ρηνοδίκης τα ονόματα και πήγα μπροστά , ο Καλολετσιάνος με τηράει και βάνει τις φωνές στο Ρηνοδίκη …
- «Δεν είν’ τούτη η τσούπα Ρηνοδίκη μου  . Τούτ’ είναι μελαχρινή . Εφτούνη που ‘πιασα ήτανε ξανθιά». Η κατεργάρα , πουλές , είπε το δικό μου όνομα . Αν τη βρω θαντη ξεμαλλιάσω τη βρώμα . Ακούς εκεί να πιάσει το δικό μου όνομα στο στόμα της ...Η βρώμα … Τακούς … τακώ , να λες …
   Κόβαμε , πουλές , το σπάρτο με τη φαλτσιέτα , το δέναμε δεμάτια , το φορτώναμε στο ζω και το παγαίναμε στο χωργιό . Το ξηφορτώναμε από το ζω  . Ανάβαμε φωτιά ,  με κούτσουρα , για να κρατάει ώρες . Βάναμε το κακκάβι απάνου γιομάτο νερό και βράζαμε το σπάρτο . Το βγάναμε και καθόμαστε το βράδυ και με τις ώρες το ξεφλουδάγαμε . Για να γλέπουμε , ανάβαμε ρετσίνι , από αυτό που βγάναμε από τα βαγένια . Τα παραμύθια που λέγαμε , σαν το ξεφλουδάγαμε , δε σου λέου τίποτα . Πώς να πέρναγε η ώρα . Λέγαμε για δράκους και βασιλοπούλες , για ξενιτεμούς , για … που να θυμάσαι . Ρε παιδάκι μου , δε θυμάμαι ούτε ένα αν με ρωτήσεις . Τι γίνανε αυτά τα παραμύθια που λέγαμε . Τα ξέχασα ούλα …
                                                                   
Μετά παίρναμε τα μάτσα με  τις φλούδες και παγαίναμε στη βρύση ή στα ρέματα που ‘τρεχε νερό και το κοπανάγαμε με τογκόπανο για να φύγει το άχρηστο , που το ‘παιρνε το νερό  . Τ’ απλώναμε στον ήλιο να στεγνώσει . Άμα στέγνωνε το μαζεύαμε και με τα λανάρια το ξαίναμε για να χωρίσει το στημόνι από τ’ άλλα . Με το στημόνι φτιάναμε τις γερές κλωνές για τις τριχιές για το φόρτωμα στα ζά , σκοινιά για να ζαλωνόμαστε τα ξύλα , το βαρέλι που κουβαλάγαμε νερό και ό,τι άλλο έπρεπε να είναι γερό και να κρατάει . Με το άλλο φτιάναμε στον αργαλειό ματαράτσια και προσκέφαλα , που τα γιομίζαμε άχερο και γινότανε ντουσέκι . Κοιμόσουνα και χόρταινες ύπνο . Μετά , φτιάναμε , μπατανίες , και ό,τι άλλο υφαντό θέλαμε 

3. του βαμβακιού , “    
 Δε μπορούμε να πούμε πως είχε καλλιέργεια σοβαρή βαμπακιού …Μερικές φορές κάποιοι καλλιέργησαν μια δυο φορές … Τραγουδάγανε βέβαια το άσπρη βαμπακιά (ν)είχα στημπόρτα μου…Μα  ρθαν δυο παιδια και μας τημπήρανε , σάλλη γειτονιά μας τη φυτέψανε . Αλλά που θα πάει ; Θάρθω μιαν αυγή , χωρίς τη διαταγή …

4.  του λιναριού           



Τα υφαντά του αργαλειού ήταν κυρίως κλινοσκεπάσματα, στρωσίδια, ενδύματα, διακοσμητικά κ.α.
                               Το κέντημα είναι γλέντημα,
                                η ρόκα είναι συριάνι,
                                κι αυτός ο δόλιος αργαλειός
                                είναι σκλαβιά μεγάλη
.

Απλάδι (το): ρούχο από προβατόμαλλο. Το χρησιμοποιούσαν κυρίως για τα σαμάρια των ζώων σε γιορτές, γάμους, πανηγύρια και για στρωσίδια. Στα μεγάλα δωμάτια έστρωναν την σαλαπάδα που ήταν μεγάλο υφαντό.
Γιούρντα (η): γυναικείο πανωφόρι  που είχε σιρίτι .
Δισάκι (το): διπλό σακούλι που κρεμιόταν συνήθως στον ώμο.
Κουβέρτα (η): υφαντό που χρησιμοποιούσαν για φιγούρα για στρωσίδι κρεβατιών, από μάλλινο υφάδι και βαμβακερό στημόνι.
Κουρελού (η): υφαντό που χρησιμοποιούσαν για στρωσίδι, που γινόταν από στενόμακρα κομμάτια φθαρμένων ρούχων (παλιόρουχων).
Ματαράτσι (το): μάλλινο σκούρο κλινοσκέπασμα που το χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν άχερα και για σακούλες δημητριακών.
Μπαντανία, μαντανία, βελέντζα (η) : χοντρό χνουδωτό μάλλινο κλινοσκέπασμα χτυπημένο στην νεροτριβή.
Σάϊσμα (το): υφαντό από κοζά (γιδόμαλλο) χτυπημένο στην νεροτριβή, που το έστρωναν στο δάπεδο και κυρίως στο παραγώνι.
Σακούλι, ταγάρι (το): υφαντό με σχέδια που με σχοινί κρεμιόταν στον ώμο. Το χρησιμοποιούσαν τα παιδιά για σχολική τσάντα. 
Φλοκάτη (η): υφαντό από μάλλινα μικρά κομμάτια νήματος (φλόκια) φυτεμένα στο στημόνι. Στην νεροτριβή  γινόταν χνουδωτή.
                  
          
          Τιμή μεγάλη και τρανή πουν’ αργαλειός στο σπίτι,
              το κάθε δόντι του χτενιού αξίζει μαργαρίτη
Όλα τα ρούχα του αργαλειού τα τοποθετούσαν σε στοίβες διπλωμένα κάθετα στο «γιούκο». Τακτικά τα επιδείκνυαν όταν τα έβγαζαν να αεριστούν στα μπαλκόνια και στα παλούκια ( ξύλινοι φράχτες).

Οι κουρελούδες γίνονταν στον αργαλειό κι αυτές . Τα παλιόρουχα , τα τσιόλια  τα κόβανε σε στενές λουρίδες, τα κάναν κουβάρια και μετά τα ύφαιναν σε διάφορα σχέδια .


Το πλεχτό
Όλες οι γυναίκες στο χωριό , γριές , μεσόκοπες και νιες , ακόμα και γεννησαρούδια είχανε ένα πλεχτό στο χέρι και πλέκανε . Κι αν δεν … το είχανε δίπλα , στο πλευρό τους . Δυο τεράστιες βελόνες , ίσιαμε μισό μέτρο , ένα κουβάρι νήμα , που καμιά φορά ρουκούλαγε τογκατήφορο και ξετυλιγόταν … Και ούλο πλέκανε … Κύρια ζηλέδες … τσιουράπια , βελεσια , … και τι δεμπλέκανε .
Μετατρέπανε τα νήματα  σε πλεκτό , και αυτή η δραστηριότητα είναι η πλεκτική.
Η βασική  δομική μονάδα του πλεκτού είναι η θηλιά και γίνεται με τη βελόνα . Διαφέρει από το υφαντό στην ελαστικότητα και παίρνει τη φόρμα του σώματος ..
“Ιστορία του πλεκτού  . Λίγα είναι τα υπάρχοντα στοιχεία σχετικά με τη χρήση της πλεκτικής κατά την αρχαιότητα. Είναι πιθανόν να χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαίους Αιγυπτίους, ενώ ευρήματα και απεικονίσεις που σχετίζονται με την ύπαρξη καλτσών, που χρονολογούνται από τον 5ο μέχρι τον 12ο αιώνα μ.Χ., υποδηλώνουν τη χρήση της χειροπλεκτικής.
Προς τα τέλη του 16ου αιώνα, ο Άγγλος Γουίλιαμ Λι (William Lee) εφεύρε την πρώτη πλεκτική μηχανή. Αυτή ήταν ξύλινη και χειροκίνητη.
Η γνωστοποίηση της μηχανής στους Γάλλους, οδήγησε στη διαμάχη Άγγλων και Γάλλων για την παραγωγή και εξαγωγή καλτσών, συμβάλλοντας έτσι στην ευρύτερη εξάπλωση της μηχανοπλεκτικής”

Κύριες πρώτες ύλες είναι το μαλλί , το βαμβάκι,το  λινάρι , το μετάξι και το σπάρτο , προϊόντα που τα έβρισκαν σχετικά εύκολα, κι αυτό βέβαια γιατί ήταν κτηνοτρόφοι και γεωργοί.
      Για να φτάσουν αυτά τα υλικά στον αργαλειό, έπρεπε να προηγηθεί μια μακριά διαδικασία.

  Ο Ρουλάκος πιάνει κρασί  απ’ το βαγένι 
    

Μαντεμένιες κάνουλες δεν είχαν οι Μπασταίοι.  Είχαν ξύλινους πείρους, που τους φτιάνανε μόνοι τους.  Ξεμυτίζανε ένα πουρναρίσιο ή δέντρινο ή και άλλο ξύλο κι ο πίρος έτοιμος.  Στα κατοπινά τα χρόνια, σαν άρχισε να υπάρχει και για τους Μπασταίους η αγορά, βάλανε και ξύλινες κάνουλες και για μεγαλύτερη σιγουριά, μαντεμένιες. Με όλα τούτα τα συμπράγκαλα δεν αποφεύγανε τα ατυχήματα. Δεν ήταν σπάνιο να πάνε τα γαϊδούρια ή τα γουρούνια να ξύσουνε τομπισινό τους στον πείρο ή την κάνουλα και το κακό να γίνει. Κάποιες φορές η κρασομυρουδιά, που στούφωνε «πλημμύριζε» το σπίτι περιόριζε την καταστροφή. Άλλες  φορές όμως το κακό ολοκληρωνόταν και τότε ...



[25] Και το κρασί το γέροντα τον κάνει παλικάρι !
Όποιος ήπιε κατάκοπος , ξέρει τι θα πει κρασί . Πιο μεγάλη ευχαρίστηση δεν 


Του ξύλου
Το ξύλο αφθονούσε στο χωριό . Κυπαρίσσια , που τα καλλιεργούσαν , Πεύκα και  Πλατάνια που φύτρωνα μόνα τους . Το ίδιο και οι  Αργιές και τα Πουρνάγια . Λεύκες υπήρχαν ελάχιστες . Ακόμα : Κουμαργιές και Σμερτιές για φουρκάδες και καυσόξυλα . Σκίντα , για το σκιντοκάρπι 
1. Για να φκιάσουνε έπιπλα , σανίδε , για πατώματα , μισάντρες , πέταβρα για τις σκεπές  , τραπέζια , κρεβάτια , σκαμνιά , αργαλειούς , πλάντρες , αλέτρια  … σκάφες … βαρέλια ( νεροβάρελα , για κρασί (τσίτσες) , για ξίδι , βαγένια ,  κασόνια , πιατοθήκες , πόρτες , παχνιά ,….   

2. εργαλεία επεξεργασίας του ξύλου .
- Π(ι)ρ(γ)ιόνια διάφορα . Το Χεροπρίονο για τις μικρές κοπές .
Τα Μπρατσοπίργιονο για τις μαραγκοδουλειές …
Η Κόφτρα για το κόψιμο των μεγάλων δένδρων  …,
Το πιργιόνι  … για τις σανίδες …
- Τσεκούρ(γ)ια διάφορα …
- Σκερπάνια διάφορα . Το κανονικό για το πελέκημα τις πεύκας , πλατύ  ίσιαμε 5-6 εκ. , το στενοσκέπαρνο  για το τρύπημα των ξύλων (αλέτρια , αργαλειούς …) . Για τα μαστόρια δεν είχαμε ειδικό σκεπάρνι , όπω έχουν σήμερα . Για τα πατώματα , τις σκεπές … χρησιμοποιούσαν αυτό που χρησιμοποιούσανε στις πεύκες .
- Τα κοπίδια …
- Τα κασιάργια ή περιγραμμάτου , κασάρια , για τα λεπτά ξύλα , ίσιαμε 5 εκ. …
- Οι φαλτσιέτες και φαλτσέτες , για το χαράκι , για … χιλιαδυό πράματα …
- Ο σουγιάς για … μικροεπεξεργασίες , αλλά και αντί για χερομάχαιρο στην εξοχή κι όχι μόνο …
-  Τα τραπεζομάχαιρο …..
- Τα πριόνια
 1. Το πιργιονάκι ή χεροπίργιονο για μικροδουλειές .
 2. Το μπρατσοπίργιονο σε σχήμα . Η ..  για την επιπλοποιεία , μιας και η λεπίδα του μπορεί να αλλάζει γωνία κοπής ως και 360ο .  
3. Η κόφτρα , είναι πιργιόνι για το όψιμο μεγάλων  δέντρων   και τεμάχισμα των κορμών . Τώρα τι θέση έχουν τα δραπάνια μαζύ με την κόφτρα είναι άλλου παππα βαγγέλιο . Μη γυρεύτε εξηγήσεις από το φταίχτη . Ο Ντάλος , που έκαμε τη συλλογή του Μπασταίικη , σαν βέρο Μπαστιωτόπουλο , αφού γεννήθηκε από βέρο Μπασαταίο και το διακηρύττει , δεν θα σου δώσει εξηγήσεις …
4. Το πιργιόνι για να κόβουν σανίδες , καδρόνια κλπ . Μπωωμπώ ! τι τράβαγα ο μαύρος , σα με χρειαζόταν ο μπαμπάκης μου να σκίσουμε τάβλες . Πέφτανε στα μάτια μου τα πριονίδια και γινόμουνα σα διάβολος .




==============================




=============================








Το Μπασταίικο Κουβεντολόι
           ( κατά κόσμον: ΛΕΞΙΚΟΝ)


Οι Μπασταίοι δεν πολυχρησιμοποιούσαν τη λέξη «λέξη». Αντί για τη λέξη «λέξη», λέγανε τη λέξη «κουβέντα». Είναι πασίγνωστο, πως τα Λεξικά ή Λεξιλόγια είναι συλλογή και καταγραφή λέξεων. Η λέξη «κουβέντα» και κουβεντολόι, ήταν το λεκτικό τους ψωμοτύρι. Το φαγώσιμο, πάντα τους ήτανε λειψό. Και τα δυο περίσσευαν σαν μετακόμιζαν στην κατουΝτίστα. Σαν ήθελαν να πουν στον ένοχο, που δεν μίλαγε, «λέξη δε λες», χρησιμοποιούσαν το ηχομιμητικό κιχ: «Κιχ δε βγάνεις, ε!». Και στο κλαψιάρικο που ενοχλούσε: «κιχ μη βγάνεις» ή και σκέτο «κιχ». Το γνωστό μας «λεξικό», ήταν άγνωστο σε όλες τις μορφές του. Λεξικό μεγάλο, μικρό, μικρομέγαλο , επίτομο, συνώνυμων, αντίθετων, ανώμαλων ρημάτων, ετυμολογικό, κυρίων ονομάτων κ.ά. Α! Υπήρχαν και τα «γλωσσάρια». Αυτά στο τέλος, συνήθως, των βιβλίων. Υπήρχε και υπάρχει ακόμα και το:
Ορθογραφικό λεξικό. Αυτό το λεξικό δεν ξεχάστηκε από τη σειρά. Ξεχωρίστηκε σκόπιμα. Η ορθογραφία της λέξης απασχόλησε την τελευταία γενιά των Μπασταίων. Η κουβέντα δεν είχε κι ούτ’ έχει ορθογραφία, ούτε ορθοφωνία. Όλοι τους θέλανε να μάθουν "γράμματα" τα παιδιά τους, να ξεστραβωθούν για να γίνουνε καλοί άνθρωποι. Και σαν λέγανε "παιδιά" νοούσανε τ' αρσενικά. Ελάχιστες Μπαστιώτισσες και λίγες Μπαστιωτοπούλες πήγανε σχολείο.
Πιστεύανε πως γράμματα ήταν η ορθογραφία, η προσθαφαίρεση κι ο πολλαπλασιασμός, κατά πως τους λέγαν οι περιγραμμάτου. Έξυπνοι οι ορθογράφοι μαθητές! Βλάκες οι ανορθόγραφοι. Για γράμματα κάνανε οι πρώτοι, οι άλλοι όχι. Οι άνθρωποι γεννιούνται έξυπνοι ή βλάκες . Η γλώσσα, το πιο σπουδαίο μέσο στην ανάπτυξη του ανθρώπου, γίνεται πεδούκλι στα χέρια των που δεν θα ’πρεπε να είναι. Μεγάλη πληγή στη γλώσσα. Σχεδόν σε κάθε γλώσσα. Οι Αρχαίοι Έλληνες, δημιουργοί της επιστημονικής προσέγγισης του κόσμου, δεν είχαν ορθογραφία. Χαίρονταν ακόμα και την ασυνταξία. Η αττική σύνταξη, όπως την είπαν οι ελληνιστές Γραμματικοσυντακτικοί, δεν ήταν τίποτα άλλο από καραμπινάτη ασυνταξία. «Τα πάντα ρει», τραγουδούν και μουρμουρίζουνε καμαρωτά οι άσοφοι και οι σοφοί. Κανείς δεν αποτόλμησε να πει βλάκα τον Ηράκλειτο, καθώς αιώνια θα … «παίζει τα παιδία». Η άγνοια της ορθής γραφής, δεν μίκρυνε το μεγάλο Σολωμό. Κι ούτε γραμματικός δεν τόλμησε να τον μικρύνει. Τόλμησαν όμως και τολμούν για τα παιδία!
Τα περί βαρβαρισμών και σολοικισμών , είναι μεταγενέστερα παρακμιακά τερτίπια. Αλεξανδρινών γραμματικών, που «διυλίζανε τον κώνωπα» και καταπίνανε γκαμήλες. Καλύπτανε την πνευματική τους φτώχια, κάτω απ’ της ασυνταξίας το χάλι και της ορθογραφίας την κακομοιριά την ανυπαρξία δημιουργίας! Η φλυαρία και το γαύγισμα της κούφιας ρητορείας, φάνταζε και φαντάζει, προσόν. Υπονομεύεται η σκέψη, σαν σταματά απ’ την τρικλοποδιά και το πεδούκλι: Πώς γράφεται αυτή λέξη! Η συνέχεια κόβεται στη μέση, χάνεται η ορμή, η πρωτοτυπία και ιδιαίτερα η ομορφιά της. Το καθεστώς της ασυνέχειας, πηγή της καθυστέρησης θρονιάζει. Και στους πετυχημένους απωθημένο παραμένει η ορθογραφία. Και, τι κρίμα, η βλακεία των γραμματικών, χρησιμοποιήθηκε σαν όπλο και αποδειχτικό βλακείας των παιδιών.
Κι όμως: Κανένα λεξικό δε συμφωνεί με κανένα άλλο στην ορθογραφία. Σε καιρούς ορθογραφικής έντασης, θα βρείτε την περισπωμένες πάνω από τον "κήπο" και βαρείες οξείες στις τριανταφυλλιές. Για την προσωδία ο Ι. Σταματάκος παραπέμπει στο Γερμανό Φranz Passow!(ΛΑΕΓ σελ. 1218) Καθώς αλλάζουν οι καιροί αλλάζει και η ορθογραφία. Το κακό όμως παραμένει.
Στην αρχή οι Μπασταίοι λέγανε στο δάσκαλο, πούλεγε τα σχετικά με την ορθογραφία: "Ξύλο δάσκαλε δεν έχεις; Ξύλο. Το ξύλο βγήκε απ΄ τον παράδεισο". Δεν άργησαν, όμως και πολύ κάποιοι Μπασταίοι, που οι δάσκαλοι ρίχνανε ξύλο για τα γράμματά τους, να πιάσουν τη μαγκούρα και να κατηφορίσουν κατά δάσκαλου μεριά!!!

εγκυκλοπαίδειες. Και βέβαια οι Μπασταίοι δεν είχαν ιδέα από εγκυκλοπαίδειες, μικρές ή μεγάλες και επίτομες. Το πότε εμφανίστηκε το πρώτο λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια στο χωριό και ποιος το έφερε, δεν μπορεί να ειπωθεί με ακρίβεια. Πάντως πολύ μετά τον ερχομό του σχολείου. Αν και στη 10ετία του ’40, του ’50, ίσως και του ‘60 δεν πρέπει να ήρθε στο χωριό τέτοιος επισκέπτης. Από τη 10ετία του ’70 και μετά, όλο και κάποιο λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια θα έκανε την εμφάνισή της στο χωριό. Από τη 10ετία του ’50, τα παιδιά των Μπασταίων, που σπούδασαν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές, χρησιμοποίησαν, οπωσδήποτε, λεξικά και εγκυκλοπαίδειες. Μέχρι το 1928, που ονομαζόταν Μπάστα το χωριό, είναι περισσότερο από βέβαιο πως δεν "πάτησαν το πόδι τους" λεξικά κι εγκυκλοπαίδειες. Εκτός από τα εκκλησιαστικά βιβλία, δύσκολο να εύρισκε κάποιος άλλο βιβλίο στο χωριό. Κι όμως οι Μπασταίοι είχαν το δικό τους λεξικό. Το «κουβεντολόι» τους. Κι αυτό ήταν προφορικό και όχι γραπτό. Τα πρώτα βιβλία που ήρθαν στο χωριό, πρέπει να ήταν τα εκκλησιαστικά. Το Ευαγγέλιο, ο Απόστολος, το ωρολόγιο, η παρακλητική, το πεντηκοστάριον, τα μηναία και το ευχολόγιο. Αυτά πρέπει να έκαναν τη εμφάνισή τους μετά το 1848, χρόνο που φτιάχτηκε η εκκλησία. Δεν είναι σίγουρο πως είχαν εκκλησία πριν από τη χρονολογία αυτή. Ο Γεώργιος Α. Χρυσανθακόπουλος αναφέρει ρητά πως, πολλά χρόνια πριν από το 1820, « Ήρχοντο εις την εκκλησίαν του Δούκα από όλα τα πέριξ χωρία, διότι κανένα χωριό δεν είχε ούτε Εκκλησία ούτε ιερέα» και όσοι ήθελαν να εκκλησιαστούν πήγαιναν στου Δούκα.
Πότε πρωτόμαθαν οι Μπασταίοι να γράφουν και να διαβάζουν είναι δύσκολο να ειπωθεί. Σίγουρα ο παπάς κι ο ψάλτης, όταν πρωτολειτούργησε η εκκλησία, που φτιάξανε το 1848 οι Μπασταίοι, πρέπει να γνώριζαν ανάγνωση, αν βέβαια ήτανε Μπασταίοι. Ο παπαΘόδωρος πρέπει να ήταν ο πρώτος Μπασταίος παπάς, τέλη του 19ου αρχές του 20ού αιώνα και σίγουρα ήξερε να διαβάζει τα εκκλησιαστικά βιβλία.

ΠωςΚαιΤι; Οι Μπασταίοι χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά τη διπλή ερώτηση, σαν κάποιος εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά τους και εννοούσαν: Πως αποδώ και τι γυρεύεις εδώ. Κάποιοι περισπούδαστοι σοφοί πάνε μακριά και αποφαίνονται με το ύφος όλων των καρδιναλίων: "Δεν έχει σημασία τι λες, αλλά πως το λες. Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο, αλλά η μορφή του, λένε. Αν ήτανε αληθινό αυτό για τους Μπασταίους, τότε οι Μπασταίοι δεν θα μίλαγαν ποτέ τους! Κι αν γενικευόταν σ' όλα τους τα προς το ζην, δε θα υπήρχανε Μπασταίοι. Τους Μπασταίους δεν τους πολυαπασχολούσε το πως θα φάνε, αλλά τι και αν, θα φάνε. Δευτερευόντως και πολύ λίγο τους απασχολούσε το τι θα πούνε κι ακόμα λιγότερο το πως θα πούνε κάτι, αν και λέγανε συχνά πως: η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακάει. Για τους που εξασφαλίζουνε τον επιούσιον, σημασία αποχτά το: πως τους. Όλοι οι Μπασταίοι ασχολούνταν με το τι θα φάνε και δεν τους έμενε καιρός για τα πώς θα τρώγανε και τέτοια. Το Μπασταίικα χέρια φτάνανε για κουταλοπίρουνο και πέρσευε πάντα το μαχαίρι. Έπρεπε πρώτα να φάνε κάτι κι αυτό δεν ήταν καθόλου υπόθεση καλών τρόπων και συμπεριφοράς. Και τα πράγματα δυσκόλευαν αφάνταστα, σαν τα στόματα ήταν περισσότερα από τα δάχτυλα του ενός και των δυο συνήθως χεριών κι όχι και πολύ σπάνια και του αριστερού ποδιού τους. Πάντα, υλικό περιεχόμενο μορφοποιούσαν οι Μπασταίοι.
Κι ο Σοσίρ! Η προφορική γλώσσα προηγείται σε αξία από τη γραφτή, έλεγε ο Σοσίρ και συμφωνούσαν έμπραχτα οι Μπασταίοι. Δεν είναι ιδιοχτησία και ιδιοχρησία των γραμματισμένων, των πλούσιων ή των μοναχικών. Παίρνει σάρκα και οστά μέσα στη ζωή της κοινότητας και ζει απ’ τη ζωή της. Το ίδιο και οι λέξεις και το περιεχόμενό τους. Μόνο η χρήση τους είναι υπόθεση ατομική. Κι από αυτό το δικαίωμα δεν παραιτούνταν οι Μπασταίοι. Δεν καυγάδιζαν οι λέξεις και οι φράσεις μοναχές τους. Τα παλικάρια τραβούσαν το κουμπούρι και πήγαιναν βουνό ή φυλακή. Σαν ξεκουρβουλώναν στο χωριό, ξεφώνιζαν καναώχ ή και βλαστήμιες. Στο μαγαζί χοροπηδούσαν άναρχα λέξεις και φράσεις κι ερχόταν η ουσία τους σε ύπαρξη. Ήταν η χωριάτικη ψυχή τους.


(Το Μπασταίικο λεξικό περιμένει τη δική σου συμβολή.)


Α

Α, α. Οι Μπασταίοι χρησιμοποιούσαν τον τύπο αυτό για να εκφράσουν όλων των ειδών τις καταστάσεις και τα συναισθήματα. Κάτι σαν την πασίγνωστη λέξη, με την οποία, εσχάτως, οι πιτσιρικάδες, κι όχι μόνο, λένε τα πάντα. Σαν προσταγή: α, άι, άιντε και άντε, στο ... καλό. Κι αν πρόκειται για πολλούς ή πολλές: άιντεστε και άντεστε στο... Σαν αρνητικό: ά παπαπα, όχι, με τίποτα, που κάποιες φορές είχε και μπόλικο ναι, σαν το λέγανε γυναίκες Σαν ερωτηματικό: α; Τι 'πες; και όχι λίγες φορές ερχόταν το απρόσμενο: Άξι και ξερό! Σαν θαυμαστικό: α! Σαν ρηματικός τύπος προέρχεται από το αρχαιοελλ. άγε = πήγαινε ... Στο ΛΚΝ, καταγράφεται σαν επιφώνημα μόνο, όπως τα: αχ, οχ, ουφ, αμάν, ωχ, όρε, ρε ..., μωρέ ..., μωρή ...! φρσ. Α, στον (γ)κόρακα, α να χαθείς , αλλά και: άιντε να χαθείς. - Άιντε στα τσακίδια, βρε άιντε αποδώ , άιντε & άι = πά(ή)γαινε στο καλό ή στο ..., άιντεστε ..., στον απήγανο, στα τσακίζματα, στον (γ)κόρακα, στα γκρεμίζματα, στον οξαποδώ. έκφρ. απειλής, συνοδευμένη με κίνηση, σαν τράβηγμα του γενιού, από άντρες και γυναίκες: άι, άιντε και άιντεστε και δε θα μου γλιτώσεις/στε. εκφρ. Απογοήτευσης: Άι, πάει 'κείνη δουλειά. εκφρ. Ενθάρρυνσης: Άει τώρα = πήγαινε τώρα και αποθάρρυνσης: ά να χαθείς και άιντε να χαθείς, να πνιγείς ...
Αβανιά, η. Πάντα λέγανε μια λέξη, με δύο τόνους: Κακι’ αβανιά, που σημαίνει κακιά φήμη. Τραγουδιόταν και στο χωριό: κακι' αβανιά μου ρίξανε/ πως φίλησα κορίτσι, ... = Η δυσφήμιση στο τραγούδι, ειρωνικά. Στο Μέγα λεξικό του Δημητράκου, σελ.3 καταγράφεται σαν Ιταλ. λέξη. Στο πιο αξιόπιστο ''Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής'' (ΛΚΝΕ)του ΑΠΘ, σελ. 2, καταγράφεται σαν Αραβική: Hawan -ης ='προδότης'
Αβάντα, η. = Βοήθεια. Καν' του λίγη ..., λίγο τράτο. Έλα και θα σου κάνω ...''. [παλ. ιταλ. avat (are) ή ßενετ. vant(arse) 'καυχιέμαι' -α (αναδρ. Σχήμ.)]. ΛΚΝΛ του ΑΠΘ σελ.2.
Αβαρία, η ζημιά, αλλά και κάποια έκπτωση. Φρ. Έγινε, πάθαμε αβαρία. Κάνε, έκανε ...Σύμφωνα με το ΛΚΝ του Αρ. Π. Θ.[ιταλ. avaria < αραβ. awariya]
Αβγατάου, ρ.
Αßέρτα, επίρρ. = απεριόριστα, χωρίς κανένα περιορισμό. [ßενετ. averto 'ανοιχτός' -ς].
Αγάλι-αγάλι και με το πάσο σου, επίρρ. τροπ. = αργά - αργά, με λίγο κόπο. Αγάλι - αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι. Από το αρχ. γαληνός. Αγάντα, η. Στήριγμα, βοήθεια. Ιταλ. agguantare= αγαντάρω.
Αγάς, ο. Μπ.φρ. "... σαν αγάς", με αυτάρκης
Αγγόνα, η. Η εγγονή.
Αγγούρι, το. Από το Αραβ. Agur. Αγκαζέ άκλ. Πιασμένος. γαλλ. Engage' Αγκελώνει, -ωσε ... αγκυλώνει, τσιμπάει, αρχ. άγκυλος.
Αγκίδα και Ακίδα, η σκλήθρα, αρχ. ακίς, -δα.
Αγκλίτσα, & γκλίτσα, η. η κλίτσα των Μπασταίων.
Αγκούσα, η.= δυσφορία, κούραση. Βεν. angossa. Πιο πολύ οι Μπασταίοι χρησιμοποιούσανε το αντίθετό του: ξαγκούσα, η. Ειρωνική Μπστ. φρ. «Κάνε παιδιά να δεις ξαγκούσα» ή «είπα κι εγώ να δω ξαγκούσα, αλλά ...»
Αγκρουμάζουμαι, ακούω με προσοχή, κρυφακούω.
Αγκωνή, η. Η γωνία.
Αγλέορας, ο. Είδος δηλητ. φιδιού. Για τους Μπασταίους αυτός που τρώει πάρα πολύ, τον περίδρομο. Το αρχ. ελλέβορος, μετατράπηκε σε αλέβουρος και μετά από άλλες μεταβολές έγινε: αγλέορας.
Αγκορτσιά, και γκορτσιά = αγραπηδιά. Βουλγ. από Gornic(a) με μετατροπή σε gorica.
Αγκριτζιάνιστος, αντί του αγρατζούνιστος.
Αγκρουμάζουμαι, ρ. Ακούω με προσοχή, κρυφακούω
Άγουρο, το. Το ανώριμο φρούτο, αλλά και στα Μπ. «Άγουρο πράμα» = ανυπόφορο.
Άγραφα, τα. Μπ. Φράση: «αυτό είναι από τ' άγραφα» = αυτό είναι τόσο παράλογο, που δε λέγεται (όχι γράφεται).
Αγρικάου, ρ. Μπ.Φρ. ".... δεν αγρικάει", δεν ακούει, αλλά και δεν πειθαρχεί.
Αδερφομοίρι, το. Αυτό που μοιράζονται τ' αδέρφια.
Αερικό, το. Ο ανεμοστρόβιλος. Αλλά και το πολύ γρήγορο τρέξιμο. Φρ. Έγινε αερικό, σου λέω ή έγινε καπνός = έφυγε πάρα πολύ γρήγορα. Αλλά και το ξωτικό, ο σίφουνας.
Αθέρας, ο. Από το αρχ. ελλ. Αθήρ, -ερος και στην αιτ. αθέρα = το άγανο, το γένι του σταριού, αλλά και η ακμή, η αιχμή του όπλου, η κόψη του ξουραφιού. Στα Μπασταίικα υπάρχει και η λέξη αφήρι, το. Φρ. «Κόβει το μαχαίρι;» Απαντ. «Αφήρι, σου λέου».
-αίουνε (και -αίωνε). Για τις περιοχές, γειτονιές, χωράφια, παιδιά, ζώα, ανάχρεια κλπ, χρησιμοποιούσαν στα οικογενειακά παρατσούκλια: των ... -αίουνε (και -αίωνε), όπως: του και των Φωναίουνε (και -ωνε), γιατί Φώνης (Ξενοφώντας) ήταν γενάρχης στο σόι.
Άκα. Αντί του όχι. Το κ ουρανικό. Αυτό κι αν είναι Μπασταίικο. Φρ. «Θα πας στου Κακόση;» Απαντ.: « Άkα», αλλά και τς, καθώς ξεκολλάει η γλώσσα από τον ουρανίσκο, είχε την ίδια σημασία. [Το ιταλ. γράμμα Η,h (άκα)]
άκιωτος, -η, -ο,το. Φρ.: «τ' άφηκα άκιωτο το ...» Δεν το τέλειωσα. Η πασίγνωστη αυτή λέξη δε φιλοξενείται σε λεξικά!
Ακουμπάου, ρ. Αγγίζω, καταθέτω, αφήνω, στηρίζομαι. Μπαστ. φρ.: «Ακούμπησα να ξαποστάσω ο/η μαύρος/η». Ακούμπα το λίγο να πάρεις μια ανάσα. Τ΄ ακούμπησα μόνε-μόνε. (ίσια-ίσια). Ίσια που τ' ακούμπησα. Στο ΛΚΝ, σελ. 53 αναφέρεται: ακουμπώ [akumbό] και –άω, [μσν. Ακουμπώ < ακουμπ(ίζω) μεταπλ. –ώ, με βάση το συνοπτ. Θέμ. ακουμπισ-]. Στο ΜΛΕΓ, σελ. 171 αναφέρεται: ακουμπώ -άω. Στα Λατ. υπάρχει το ρ. cubo = κείμαι, κοιμάμαι και cubus = κύβος, και ιταλ. Cubo= κύβος.
Ακουμπίστρα, η. Στο διάσελο, σκάπετα προ του Καλυμπάκι, λέει ο Μήτσιος του Πετρίλη υπάρχει ακόμα η ακουμπήστρα! (να φωτογραφηθεί). Ο Σουμάνης υποστηρίζει πως έχει κι μια άλλη στη Κιάφα. Την έχω ακουστά και εγώ, πετιέται ο Ρουλάκος. Εκεί την ακουμπάγανε, πετάχτηκ' ο Λοξίας, λες και το περίμενε. Το πονηρό χαμόγελο του Ρουλάκου αλαφραίνει τη σοβαρή κουβέντα.
Ακούτραφος και Ακούτραφας, ο. Το μέρος του κεφαλιού από τη μεριά του αφτιού. Μπ.φρ. "Μια στον ακούτραφο (= στο κεφάλι) και πάρ' τον κάτω".
Αλαλιάζω και -σα –σες. Μπ. φρ. "Θα(ν)το …, θα το …, θα σε…, θα(ν)τ’ αλαλιάσω στο ξύλο = θα του δώσω τόσο πολύ ξύλο", που δεν θα μπορεί να βγάλει λαλιά.
Αλάργα, επίρ. Μπ. φρ. "Μακριά από … Αλάργα από τέτοιους, από μακριά". [Μσν < Ιταλ. (γενοβ. διάλ.) a larga] ΛΚΝ. Σ. 61 ΜΛΕΓΣ σ. 217.
Αλατζιάς, ο. Το γνωστό ύφασμα. [τουρ. alaca] ΛΚΝ σ.61.
Αλαφιάζω, -σμένος, η, ο. Λαχανιασμένος από επικίνδυνη καταδίωξη. Φρ. «Τ’ έχεις κι είσ’ αλαφιασμένος;». «Τρέχανε αλαφιασμένα τα ζα».
Αλβανικά, τα. Η αλβανική Γλώσσα. Στο ΛΚΝ σ. 61 [λογ. < μσν. Αλβαν. (ός) , –κος, Αλβανός: παρετυμ. του Αρβανίτης (συγκρ. και το μσν. Αλβανίτης) ίσως κατά το ελνστ. Αλβανός. 1: κάτοικος της Αλβανίας στον Καύκασο. 2: κάτοικος της ιταλικής πόλης Alba Longa’].
αλπού, η & αλπούδες, οι & αλποφωλιά, η. Η γνωστή μας αλεπού στα Μπ. (αρχ. αλώπηξ).
Αλισίβα, η. Νερό βρασμένο με στάχτη, για να μειωθεί η σκληρότητα και να πιάνει το σαπούνι. [ιταλ. Lisciv(i)a]
Αλλουνού, αλληνής. Μπ. Φρ. «Στις 9 του αλλουνού» (Μήνα) Και: «αλλουνού παπά βαγγέλιο». Αλλά και: «κανενού και καμιανής, τουτουνού και τουτηνής».
Αλφαβήτα, η. Μεσν. η γνωστή αλφαβήτα, αλλά & αλφαβήτης και -ες, ο. Κυριολεκτικά, τα ανώριμα, τα αγίνωτα στα Μπασταίικα - κι όχι μόνο- σύκα, αλλά και το σορολόπ, τα ανώριμα μυαλά. Υπήρχε και σχετικό σκωπτικό 4στιχο: «Άλφα, βήτα τσορολό,/ το κεφάλι σου ξερό, / κρέμεται στον ουρανό, / τρώει τραχανοχιλό.» Η λέξη Αλφαβήτης, -α, δε βρέθηκε στα Λεξικά.
Αμάκα, η. Πράσινο φυτοπλαγκτόν(;), που σχηματίζεται στα λιμνάζοντα νερά. Ιταλ. amaca (θ)= αιώρα. Στου Μπάστα δεν χρησιμοποιείτο με τη σημασία του τζαμπατζή, αλλά μόνο για το επιπλέον σε στάσιμα νερά πράσινο φυτοπλαγκτό.
Αμανάτι, το. Μπ.φρ. "τ' άφηκε αμανάτι", το εγκατάλειψε ...
Αμέ, βεβαιωτικό. Μπ. φρ. "αμέ τι κάνε", και βέβαια ναι.
Αμέτι μουχαμετι, γνωστή Μπαστ. Φρσ. = πεισματάρικα. Τουρκ. Amet muhabbet. Από τα αραβ. Muhabbet = φιλική κουβεντούλα. ( δες και ΛΚΝ σ. 878)
Αμήν, = μακάρι, μακάρι να γίνει. Εβρ. Amen. Οι Μπ. Λέγανε: Αμήν, ο θεός να δώκ(σ)ει.
Αμί, βεβαιωτικό. Ναι.
Αμπάριζα, ίσως Αλβ. Abares(e) - a. ΛΚΝ σελ. 81. και αμπάρα ( ιταλ. Barra, ο μάνδαλος). Τον πήρες αμπάριζα. Το γνωστό δρομικό παιχνίδι Σκλαβάκια(;) δε λεγόταν στο χωριό. Στο χωριό λεγόταν: τομπήρε(ς) αμπάριζα ή τομπήρε(ς) μπροσταριά ή άρχισε(ς) και δεν τελειώνει(ς). ΛΚΝ [ίσως αλβ. ambares(e), -α]
Αμποδάου, πάντα ασυναίρετο το α’ ενικό. Φυλάου. Μπ. φρσ. «-Τ’ αμποδάς τα πρόβατα; -Τ’ αμποδάου. -Τ’ αμπόδικες …; Τ’ αμπόδικα. Το χωράφι είναι αμποδημένο. (= Έχουν βάλει στο χωράφι σαμάκια. Στα ορεινά, που δεν έχουν σαμακιές, φτιάνουν κουτρούλια).
Άμπακος, ο. Στη φράση: Έφαγε(ς) τον άμπακο, δηλ. έφαγε τόσο πολύ, όσο και οι αριθμοί του άβακα. Ιταλ. abbako –ς < από το λατ. abacus < που προήλθε από αρχ. Άβαξ (= το αριθμήτηριο, αλλά και αβάκιο, η γνωστή στους Μπασταίους και τα Μπαστιωτόπουλα, πλάκα, όπου γράφανε (μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα) με το κοντύλι.
Αναγελάου, ρ. Φρ.Μπ. "... μ' αναγελάει", κοροϊδεύει.
Ανάθεμα, το. Από το αναθεματίζω και ανάθημα, από το ανατίθημι, 1. Το αφιέρωμα, το ανάθημα, 2. Συνήθως με κακή σημασία: το καταραμένο, το αφορισμένο, το αποχωρισμένο από την κοινότητα, 3. Η βλαστήμια. Υπάρχει και τοπωνύμιο στου Μπάστα.
Ανάρια - ανάρια. Μπ. «αργιά (αραιά) και που», αλλά και το ανάλαφρο, χαριτωμένο περπάτημα.
Ανάχρειο, το. Στα Μπαστ. Κάθε τι που χρειάζονταν συχνά. Τα μαγειρικά σκεύη, τα γεωργικά εργαλεία κλπ. Μπ. Φρσ. «Φέρε μου 'κειν' το ανάχρειο που σου 'δωκα».
Ανέφταγος, -η, -ο. Φρ. Μπαστ: «Ανέφταγο/η, που να μη σ’ εύρη …» Ήπια κατάρα.
Αντάμα, επιρρ. Μαζί. Μπ.φρ. "όλοι-όλοι αντάμα κι ο ψωργιάρης χώργια"
Αντάμ παπαντάμ. Από πολύ παλιά. Μπ.φρ. "Αντάν-παπαντάμ, πάππων προσπάππων, σου λέου". [ΛΚΝ:τουρκ. Anadam babadam ’από τη μητέρα από τον πατέρα’ …] Αντάµα, επιρ. Μαζί. Από το ελνστ: «εν τω άμα.» Μπ. φρ."Όλοι, όλοι αντάμα κι ο ψωργιάρης χώργια".
Αντάρα, η. Μόνο με την έννοια της φασαρίας χρησιμοποιείτο στο χωριό.(Από το αρχ. αναταράσσω).
Αξάγγλιγος, -η, -ο. Ο αχτένιστος/η/ο.
Άξι και ξερό. Πάντα μαζί οι λέξεις. Απάντηση σε όποιον έλεγε: ααα; κι έκανε πως δεν κατάλαβε την ερώτηση.
Αξούριστος, και –γος. Αυτός που δεν ξυρίστηκε.
Απ, σ' έπιασα. Επιφ. Στο ξαφνικό πιάσιμο κάποιου.
Άπα, λέξη βρεφική ακλ. Σήκω σιγά-σιγά.
Απάγκιο, το. Απάνεμο, προστατευμένο μέρος από τον αέρα.[απ' το άγκος, το κοίλωμα, λαγκάδι, ο αγκών, αγκάλη, καμπύλη, ... ]
Απεδώ, Απεκεί. Μπ.φρ. "Απεδώ ο κύριος, απεκέι η κα … τάδε. Να πάνε αποδώ τα παιδιά κι απεκεί".
Απιστωμα, επιρρ. Ανάποδα
Απήγανος, ο. Σαν φυτό πρέπει να ήταν άγνωστο στο χωριό Μπάστα. Σε χρήση ήταν η φράση: «Στον απήγανο.» Στα τσακίδια.. [Από το αρχ. πήγανον και ίσως του πήγνυμι] = μπήγω και πήζω (το τυρί ή το γιαούρτι) στα Μπασταίικα.
Αποκόντριος, -α, -ο. Πρόκειται για παραφθορά του: υποχόνδριος. Απόξω, επιρ. Φρ. Μπ. ειρωνική «τα ξέρει, απόξω κι ανακατωτά». Αποσόκα, η. Φρ. Μπ. «Πήρε την αποσόκα του» = … την αποστομωτική του απάντηση.
Αποκορωμένος, -η, -ο. Ο κατάκοπος, αλλά στα Μπ. κι ο πρόσκαιρα αποβλακωμένος. Φρ. «Μπιτ αποκορωμένος.» [Το στερ. α και το αρχ. κόρος = το χόρτασμα(απ' το κορέννυμι).
Απολάου, ρ. αντί του Απολύω. Αφήνω ελεύθερα τα Ζώα, αλλά και: «απόλυκε η εκκλησιά ή το σχολειό.» Αλλά και ο γάμος σαν έκλα...ψε η νύφη!
Αποσταίνω, ρ. (=κουράζομαι). Μπ. Φρ: «Απόστασα ο/η μαύρος/η». [απ' το αρχ. αφίσταμαι]
Αρά, η. ευχή, κατάρα. 2. Άρα, συμπερασμ. σύνδεσμος και ερωτ. μόριο αρν. 3. Αρ, το (ακλ.) από το λατιν. Area και σε χρ. στη γαλ.(are). Μον. μέτρ. επιφ., ίσο με 100τμ. 4. Αρασέ, το. Γαλ. Αθλ. Όρος. 6. Άρα …, = συνδετικό με άλλο σε σειρά, έκφραση εικασίας, έκπληξης, απορίας, υποθετικής προτ. από το αραρίσκω = αρέσω. 7. Στου Μπάστα έχουμε πολλά τοπωνύμια, όλα σχεδόν, στην ίδια περιοχή. Αρα-λιά, Αρα-πρίφτη, Αρα-ντρίτσι, Αρα-τερούτσι, Αρα-δημακάκη, Αρα-πάνους (στου Σάλτσου), Αρα- μάδι (στη Μούζγκα), Αρα-γγελή (στα κιόνια, η σταφίδα του Κρυελέση).
άραγνος, -η, -ο & άραχνος,. Ο κακομοίρης, η κακομοίρα, το κακόμοιρο, που βρίσκεται σε μεγάλη δυστυχία. Φρ. Μπστ. « Μαύρος κι άραγνος». Από το: αράχνη, αραχνιασμένος
Αράδα, η. Σειρά, από το βεν. arada "το περιεχόμενο αλωνιού". Αραλίκι, το. Η τεμπελιά, το καθισιό. Τουρκ. Aralik ‘χαραμάδα, ρωγμή, παύση’.
Αράπης, ο.Άραψ (πς), ο Άραβας. Υπάρχει και η σπηλιά τ' Αράπη στο Καυκαναίικο …
Αραποσίτι, το. Ο αραβόσιτος, που πρωτευουσιάνοι το λένε καλαμπόκι! Αργιά, η. Αειθαλής δρυς.
Αργιoλόι, το. Το κόσκινο. Πιθανώς από το αρχ. Αραιός (= αριός & αργιός. Φρ. Αργιά και που) και αργιολογάου, μαζεύω, διαλέγω αραιώνοντας(;)
Αρίδα, η & Αρίδι, το. Τρυπάνι για το άνοιγμα (τρύπημα) των βαγενιών. Μπ,φρ. "Μετά το τρούπημα του βαγενιού με το αρίδι ή τη αρίδα, μπήγανε τομπίρο (ξύλινο)"!
Αρμπαρόζα & αλπαρόζα, η . Η γνωστή αρμπαρόριζα. Ιταλ. Albarosa. Αρούκατος, -η, -ο. Αυτός που χρησιμοποιεί άτσαλα τη δύναμή του. Συμπεριφέρεται ασυνήθιστα, απρόσμενα, ακαταλαβίστικα.
Άρτσι μπούρτζι και λουλάς, Μπα. φρ. Κάποιοι το ‘λεγαν αλλιώς: Άρτσι βούρτσι και λουλάς. Μπερδεμένα, Ανάκατα.
Ασίκης, ο. Ο λεβέντης.[τουρκ. asik από τα Αραβ.= τραγουιστής]
Άστον, -ην, -ο, και αφτον, -ην, -ο, επιθ.. Αφησέ τον, -την, -το.
Ασφάκα, η [asfáka]. Ο [Ελλνστ. Τύπος: ο σφάκ(ος), μεταπλ. σε θηλ. -α και αναπτ. Προτακτ. α από ασυμπροφ. με το αόρ. άρθρο και ανασυλλαβισμό [mia -sf>mi asf>mi-asf]]. (σελ. 225 ΛΚΝ) Είδος θάμνου. Όνομα των φυτών ελελίσφακος, νήριον(το φυτό: ροδοδάφνη, σελ. 4901 ΜΛ της ΕΓ, το ροδόδενδρο, η πικροδάφνη, σελ. 6423 ΜΛ της ΕΓ) και φλόμις (στα Μπαστ. σφλόισμο, ο φλόμος, στη φράση: μας φλόμωσες με ...), αλλά και: σφακιά και σφάκα, η. Το φυτό ελελίσφακος ο φαρμακευτικός, η φασκομηλιά, αλίσφακος, αλισφακιά, παπουδιά. Σφακιά, η φασκομηλιά. Ο Κρυστάλης: τετραδιπλώσαν τη φωτιά μ' ασφάκες. (ΜΛ της ΕΓ του Δημητράκου σελ. 1111 και 7031). Οι Μπασταίοι, κι όχι μόνο, οι μικροί, αλλά και οι μεγάλοι, ρουφάγανε το μέλι από τα κίτρινα λουλούδια της ασφάκας. Το κυψελοειδές πολυσύνθετο ''δοχείο'', ο κάλυκας των λουλουδιών της (α)σφάκας, είναι ολόιδιος με τη φωλιά της σφήκας, που πολλές φορές τις κατασκεύαζαν πάνω στις ασφάκες. Ο σφηξ, γεν. σφηκός, στη Δωρική διάλεκτο είναι: σφαξ, -κός (σελ. 960 και 961 στο Λ της Αρ. Ελ. Γλ. Του Ι. Σταματάκου), που στον πληθυντικό γίνεται: σφάκες. Πολύ πιθανό να σχετίζονται οι λέξεις με το ζωύφιο και να πήραν το όνομα, ανάλογα με το ποιο από τα δύο πήρε πρώτο το όνομα.
Ατήραγος, ο. Απαρατήρητος
Αυτουνού, -ηνής.
Αφάνα, η. Θάμνος με λεπτά αγκάθια, που καίγονται πολύ εύκολα.[ελνστ. άγν. προέλευσης]
Αφαλαρίδα, η. Το γνωστό φυτό με το λουλουδένιο κίτρινο αγκάθι και πασίγνωστο Μπασταίικο τοπωνύμιο, με το λιοστάσι.
Αφήρι, το. Τρούχισα το μαχαίρι, …. το σκεπάρνι κι έγινε αφήρι, ξουράφι. Από το αρχ. αιθήρ.
Άφτον, -ην, -ο, επιθ. Άφησέ τον, -την, -το.
Αχαΐρευτος , ο. Αυτό που "δεν κάνει χαϊρι", προκοπή
Αχαμνός, -η, -ο. Ο αδύναμος, -τος, άπαχος. ΜΠ. φρ. "Αχαμνά τα αρνιά, τα ζα", μα και τα γεννητικά όργανα του άντρα: Φρ. Μπ. Του ’δωσε μια στ’ αχαμνά και τον ξέρανε τον άντρωπο. [απ' το αρχ. χαύνος = πορώδης, αραιός. Δες και ΛΚΝ σ.249]
Άχνα και αχνιά, η. Ο ήχος της εκπνοής. Πάντα σε αρν. εκφρ. Μπ. φρ: "Μη βγανεις άχνα. Αχνιά, είπα". Λέξη μη λες, τσιμουδιά. Στα κλαψιάρικα: Κιχ μη βγάνεις. [Από το αχνίζω]

Β


Βάβω, η. Η γιαγιά. Σλαβ. Babo, κλητ. της λέξης baba
Βαγένι, το. Το κρασοβάρελο
Βάγια, η. Η παραμάνα.
Βάιζα, η. Νοτ. Αλβ.(Αρβαν.) Vajza, κόρη
Βαρβατσούλεμα, το. Διάθεση, εκδήλωση οργασμική. Φρσ. Μπαστ: Ασ' τον αυτόν. Βαρβατσουλεύεται και βαρβατσουλιέται. [Από το λατ. barbatus, που έχει γένια (barba) και δεν είναι μουνουχισμένος (ευνούχος)]
Βαρικός/ο, ο/το. Ο βούρκος, το έλος.
Βεβερίζω, -ξα. Πόνεσα πάρα πολύ.
Βετούλι, το. Βετούλια λέγανε και λένε τα χρονιάρικα κατσίκια (μόνο τα σερνικά;).
Βλάμης, ο. Ο αγαπητός
Βόιδι, το. Το πασίγνωστο ζω, που οι καθωσπρέπει το λένε και το γράφουν: βόδι. Στου Μπάιστα, κι όχι μόνο, σήμαινε και το χαζό. [Από το αρχ. βους, στο ελνστ. υποκορ.(κοροϊδευτικό) βοΐδιον, κι από κει στο μσν. βόιδι(ν)].
Βολά, η. Οι Μπασταίοι χρησιμοποιούσαν μερικές φορές τη Φράση.: Την, ή και απλά, άλλη βολά = Την άλλη φορά.
Βουζντάκα, η. Κάποιοι λένε ακόμα: βου(ζντ)στάκα, που σου χρειάζεται... Είναι η βοϊδόπουτσα, λένε στο χωριό. Μάλλον πρόκειται για το μσν. "βοϊδόνευρον", με το οποίο φτιάνανε τον καμουτσιέ τους (το μασστήγιο)
Βουτσί, το. Το ξυδοβάρελο.
Βραγιά, η. Ένα διαμορφωμένο τμήμα περιβολιού ή χωραφιού,
Βράσε όρυζα, κι όχι ρύζι, λέγανε στο χωριό και μάλιστα στη πιο λόγια εκδοχή. ΛΚΝ [Λόγ.& gt; ελνστ. όρυζα ανατολ. προέλ].
Βρουχούνι, το. Το καλοθρεμμένο.


Γ

Γαργιάζω, -σε, -ες, -σανε, ρ. Μπ. Φρσ. «τα σκουτιά γαριάσανε». = τα ρούχα λερωθήκανε πολύ.
Γεροντάματα, τα. Τα γεράματα. Φρσ. Μπστ. «Φύλα το για τα γεροντάματά σου».
Γιάτρα, και γιάτρατο, -τον, -την, -τους, -τες, -τα. Για 'τρα, για τήρα (απ' το Μπστ. τηράου), κοίτα. [Από το αρχ. ΤΗΡΌΣ = επιτηρητής, φύλακας, φρουρός, έγινε το ρ. τηρέω]. Δες και "Λεξ. της Αρχαίας Ελλην. Γλώσσης". Ι.ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ.
Γιόμα, το. Το μεσημέρι. Μπστ. φρ. «Ντάλα [τουρκ.dal = σκέτο, γυμνό] κανάλι» [λατιν. canalis = το γνωστό κανάλι] = καταμεσήμερο. [Από το αρχ. γεύω, -ομαι, προέρχεται το γεύμα = γεύση].
Γιουρτί, το. Το κοντό πανωφόρι.
Γκάρος, ο. Το Ενδιάμεσο. Ούτε το ‘να , ούτε τ’ άλλο . Μπστ. Φρσ. «Ούτε ξυλιάς, ούτε ψωμάς». Στο παιχνίδι "ξυλιάς", όταν ήταν γκάρος ξαναριχνόταν το κόκαλο από κλειδώσεις ζώων, όπως γίνεται στο τάβλι με τα ζάρια. (Έχει καμιά σχέση με τη θέση παίχτη γκαρ του Μπάσκετ;)
Γκιούρτα η. Το βαρύ πανωφόρι.
Γκιεσέμι, το. Το κριάρι και το τραϊ, για αναπαραγωγή των ζώων.
Γγιάου, έγγιαξα, -ες. Αγγίζω την πληγή. Φρ. Μ' έγκιαξες. Μη με γγιάξεις. Από το αρχ. εγγίζω (από το: εγγύς)= πλησιάζω.
Γκιόσα, η. Η γίδα.
Γκλίτσα,η. Αλλά και αγκλίτσα από το αρχ. Ελλ. επιθ. Αγκύλος, η.
Γκοργκόσα, η. Η ψείρα, αλλά και βρισιά.
Γκοριτσά, η. Τοπωνύμιο του χωριού. Φρ. - Που πάς; - Στηγκοριτσιά. (στην Κοριτσιά).[Από το αλβαν. (goritse). Δες: 1. Κ. Ηλιόπουλου «ΤΟ ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟΝ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ» σελ. 176] και 2. Κων. Γ. Παπαφίλη. Λεξικό Αλβανοελληνικό. Σελ. 266. [Αλβαν. Gorrίc/ë, -a, -a, -at, [η]. (βοτ). η γκοριτσά, η αγριαχλαδιά.]
Γκορτσασούλι, το. Τοπωνύμιο
Γκούριζες, οι. Αλβ. gyriSk/e, -a, -a, at[η]. Το χαλίκι, η πετρούλα. Gurίsht/e, -a, -at, (η), ο λιθότοπος. (Κ. Γ. Παπαφίλη. Λεξικό Αλβανοελληνικό, σελ. 275).
Γολίνι, το. Η σαλιάρα. (;)
Γουλίζω, ρ. Και βέβαια αγνοούσαν την πασίγνωστη δραστηριότητα των ψαράδων οι Μπασταίοι. Στις φράσεις: Γούλισε το χωράφι, ή όλο γουλίζει αυτή κολαργιά (=το κάτω μέρος του χωραφιού), εννοούσαν πως το χωράφι κατακλύστηκε από φερτές ύλες.
Γραπώνω, ρ. Πιάνω για τα καλά. [Ιταλ. Grappa = έλασμα, που κρατάει ενωμένα αρχιτεκτονικά τμήματα]. [Αλβ. Grabί, -a, [η]. η αρπαγή, η λεηλασία. (Κων. Γ. Παπαφίλη. Λεξικό Αλβανοελληνικό. Σελ. 266)]. Μάλλον αλβανικό παρά ιταλικό. Μπστ. Φρ. «Το παρασάνταλο, που λες, αφού το γράπωσε το μαύρο, το (ζ)γάτζωσε για τα καλά και αρχίνισε να(ν)το γρουστουκιάζει στο σακί.»
Γωνιά, η. Όχι η γνωστή γωνία, αλλά η εστία. Τετράγωνος χώρος 1χ1 τμ., όπου έκαιγε η φωτιά.

Δ

Δαύτος, -η, -ο. (Από το: Αυτός εδώ). Μπστ. φρσ. «Άσεμε με δαύτονε, ... με δαύτηνε, ή άψεμε μ’ αυτόνε ή μαυτήνε». Άφησέ με μ’ αυτόν εδώ ...
Διακονιά, η. Οι ζητιάνοι.
Διακονιάρης, -α. και διακονιαραίοι.
Διάτανος, ο. Στη φρσ. "Α, στο διάτανο", αντί του "άει στο διάβολο", που θεωρείτο αμαρτωλή έκφραση και όποιοι διολόστερναν, έπρεπε να ξομολογηθούν!
Διχάζω, ρ. Δεν ξεχωρίζω, δε βλέπω καλά. Μπ. Φράση: "Δε διχάζω/ –ει (ο, η, το) μαύρος (-η, -ο).
Δριμόνι, το. Το κόσκινο, το αργιολόι.
Δρωτσίλα, η. Η φουσκάλα απ’ τον ιδρώτα.


Ε

Εδεπά, επίρ. Τόπου. Εδώ ακριβώς. Μπστ. φρσ. «Μ’ αφήνεις εδεπά;»
Εδεκεί, και εδεκείλια, επίρ. τόπου = ακριβώς εκεί. Μπστ. Φρσ. «Άφτο εδεκεί ή εδεκείλια».
Έντογια, αλλά και έντιτο. Νάτο, δες το, το βλέπεις, τήρα το.
ερμαδιακό, -ή, -ό. Το ρημαδιό, το έρημο.
Έρμος, -η, -ο. Ο έρημος.
Ετώρα, επιρ. χρον. Αυτή τη στιγμή. Μπστ. φρ. «-Πάει πολλή ώρα που πέρασε; - Ετώρα δα.» αλλά και:Ετώωρα, επιρ. χρον. Εδώ και πολλή ώρα ή καιρό.
Εφτούνος, -η, -ο. Κάτι ανάμεσα στο: αυτός, η, ό και εκείνος, η, ο. Αντί του: εκείνος, η, ο ή αυτός, -ή, -ό.
Έxα,(η; το;) μάλλον το β'. Μπστ. φρσ.: " Αυτό τ' αρνί (κατσίκι κλπ) είναι σοϊλίτικο και θαντο κρατήσω για έχα". = Για αναπαραγωγή(;), για λογαριασμό μου(;).

Ζ

Ζαγάρι, το. Το παλιόσκυλο. [αλβ. zagár, -i, -ët,[o] = κυνηγόσκυλο και (μεταφ.) τιποτένιος].
Ζαλιά , η. Στα Μπστ.: Το φόρτωμα (αρχ. φόρτος) ξύλων στη γυναικεία πλάτη. Χρησιμοποιείται και το ρ. ζαλώνομαι κι όχι το ζαλώνω. [Το ΛΚΝ σελ. 556 γράφει: σλαβ.(;)]. Στο αλβ. λεξικό υπάρχει λέξη: zalí, -a, [η]. Η ζαλάδα, η σκοτοδίνη. Με την έννοια αυτή έχουμε το αρχ. ελ. σάλος, ο.]. Μάλλον άσχετα εννοιολογικά όλα αυτά με τη ζαλιά!
Ζάφτι, το. Στη φρσ.: "Τον (σπάνια: την) έκανε ζάφτη". Τον έβαλε κάτων, τον νήκησε. [Απ' το τουρκ. zapt].
Ζβάρνα, η και ρ. -άου. Η σβάρνα Μπστ. φρσ. "Δανείστηκα τη ζβάρνα και ζβάρνισα το χωράφι./ Το ζβάρναγε, το μαύρο, από το πόδι./ Το (μ)πήρε ζβάρνα. Τα ..., Τη(μ)..., τους ..., τα ... Στο ΛΚΝ σελ.1198 : []
Ζγάρτσα , η. Η βρωμιά στα ρούχα. Μπ.φρ "Πήγε η ζγάτσα γόνα"
Ζγατζώνω . Το παρασάνταλο,το κουτούπωσε , και αφού το γράπωσε , το ζγάτζωσε
Ζγουρδιάσανε τα λάχανα , θα ζγουρδιάσει το φαΐ και δε θα μασιέται με τίποτα …- κοίτα μη ζγουρδιάσουνε τα λάχανα . Αλλού το λένε λαρδιάσουνε ..
Ζγουφτός, - ή, -ό. Ζγουφτω.
Ζέπα, η. Όνομα γίδας.
Ζερζεβούλης , κερατάς , οξαποδώ
Ζιλές, ο. Η μάλλινη μπλούζα.
Ζιζί, το. Μη, θα σε φάει το ζιζί (συμήθως σε νήπια).
Ζόρη, η και Ζόρι, το, και ρήμα Ζορίζω. Πίεση, -ζω. Στο ΜΛΟ της ΕΓ του Δημητράκου, σελ. 3200: Ζόρη(η) είναι λέξη περσική. ί Τουρκ. Zor -i
Ζουλάπι, το = άγρι ζώο //υποτιμ. χαραχτηρισός προσώπου// βλαχικα: zulap(e)-ι αλβαν. Zullapi
ζούρλια, η. Και
ζουρλός ,ο. Ο μουρλός , κουζουλός , ή , ό ...


Η



Θ

Θεογιόφυρο, το.
Θηκιάζω, ρ. Πατικώνω. Από το: Θήκη (τίθημι). Μπ. φρ. «Το θήκιασα το σακί». Έβαλα πιέζοντας πράγματα στο σακί.

Ι

Ιδιοχτήτης, ο
Ινάτι, το. Το πείσμα. Μπ.φρ. "Ας ειν’ γκαλά το ινάτι σου".
Ισιώματα, τα. Μπ. τοποθεσία.

K

Κάβ, ηχομ. Μπστ. φρσ. "Κάααβ. Μια στο κεφάλι και πάρ' τον κάτου".
Καζάντι, το. Η προκοπή. [από το Τουρκ. kazand -ι].
Κάθοικο, το. Οι Μπασταίοι τη χρησ. μόνο για τα οικιακά σκεύη.
Καθοίκι, το. Ο τιποτένιος/α. Μπαστ. φρσ.:"μπίτι καθοίκι, σου λέου"
Κακά, τα, αλλά και κάκα. Τα παιδικά σκατά. [αρχ.κάκκη (Αριστιφ.Ειρ. 162) = ανθρ. κόπρος, τα "κακά". Στα Ιτλ. cacca και στα Αλβ. kak/e, -a, [η]. Τα περιτώματα, η κόπρος.
Κακάβι, το. Από το αρχ. Κακκάβη, η. Ο χάλκινος λέβης, το λεβέτι. Καζάνι λέγανε στο χωριό το σύστημα εξαγωγής από τα τσίπουρα τουομώνυμου ποτού.
Καλτσούνι, -ια. Συνηθέστερα: Σκλτσούνι, -α. Οι κάλτσες. Ιταλ. Calza = η κάλτσα.
Καλυβάκι , το. Μπ. Πρόκειται για το Καλυμπάκι, Λουτρό
Καλυβιζα,
Κάμποσος, οι, & καμπόσοι , κάμποσο καμπόσα , αλλά και μας κάνει τονγκαπόσο , την κάποια
Καπότα , η. Η κάπα
Καραβώνω. Καράβωσε, εκαράβωσε, ...-σανε, θα καραβώσει , ...-ουνε τ’ αυλάκι, το ρέμα, καμμια γράνα,
Κασιάρι, το
Καταμπυρισμένος;... Μαύρος κι αραγνος και καταμπυρισμένος ... βασανισμένος
Κατασάρα, η. από το: σάρωθρον , ...ώνω. Ό,τι απόμεινε στο βαγένι, λιμπί, λαϊνα, μπουκάλι.
Κείντο, αντί εκείνο εκεί(;). Δε μου φέρνεις κείντο ανάχρειο; με τσιβούριασε =(πέθανε)κείντος ο ...
Κεντρώματα, τα.
Κερατάς , ο οξαποδώ
Κιάφα, η. αλβ qafa = σ(Ζ)έρκος, αλβ, zverkou,
Κίχ, το . Ούτε κιχ δεν έβγαλε . Τσιμουδιά , σου λεόυ . Ούτε άχνα
Κόκα, η. Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού. Μια , που λές , στηγκόκα και πάρτον κάτου.
Κοντορόπι, το. Στη γωνία, κι όχι στη γωνιά, το κοντορόπι και το κοντοκούρι περιμένει, και που το πονεί και που τον σφάζει.
Κόριζα , η . Έβγαλε(α) την κόριζα
Κόσα, η. Σλαβ. Kos-α(;) παραβ.βουλγ.kosa
κοτάς, (ρ. Κοτάου και -αω) = τολμάου και -ώ. Αν κοτάς ..., αλλά και κοτάς, ο =αυτός που ασχολείται με τις κότες.
κομποκούκια,η. Τοποθεσία
Κουμούτσι, το. Μεγάλο κομμάτι.
Κουρβούλλα, -λο, η, το. Yποκορ. του λατ. curvus, -a, -um= κυρτός
Κουρεµπάτσα, ρουκέλα,η. Κούρεμα.
Κουρούπα, η. Στάμνα. Μπ.φρ. ...για ξύδι, αλλά και: "Κουρούπα ειντο κεφάλι σου>.
κουρούνα η. Μπ.φρ. "Κουρόνα η μαύρη".
Κούσιαλο, το. Σε πλήρη αδυναμία. Μπ.φρ. "Α, ρε Κούσιαλο αποδώ, μπάχαλο"
Κουτουπώνω. Μπ.φρ."Το κουτούπωσε και αφού το γράπωσε, το ζγάτζωσε που λές και το σακάτεψε στο ξύλο."
Κουτουρού, (χωρίς περίσκεψη). 'Το να κάνεις κάτι στα κουτουρού ή μπιτ στα κ..."
Κούτρα, η. =Η κεφαλή. Κυριολεχτικά: η λειτουργία του εγκεφάλου, του μυαλού. Φράση - Δεγκόβη η κούτρα σου.
Κόφτρα, η από το κόβω - κόπτω

Λ

Λάβριο, το . Σε αφθονια
Λακκίδiζες οι, Μπ
Λακάου. Φεύγω τρέχοντας. Φρ. Λάκα, -κάτε ρε, για θα σας γραπώσει και θα σας κάνει λιώμα στο ξύλο. Λακάμε, -τε. Λάκισα, -ε ... λακίσαμε, -νε.
Λάλα. Γράφει ο Ηλιόπουλος:''Λάλα'ς του, χωρίον του τ.δ. Ολυμπίων (αλβ., τρία χωριά)'' (Κ. Ηλιόπουλου «ΤΟ ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟΝ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ» σελ. 177). Στο ΑλβανοΕλληνικό λεξικό του Κων. Γ. Παπαφίλη, εκδόσεις Μ. Σιδέρη και στη σελ.439 υπάρχει η λέξη «lal/ë, -a, - ë, - ët, [η]. ο μεγαλύτερος αδελφός, ο πατέρας, ο κουνιάδος». Στο χωριό μας πολλοί λέγανε τον αδερφό τους: λάλα. Για πατέρα και κουνιάδο δεν ακούστηκε. Τον πατέρα τα περισσότερα παιδιά τον λέγανε: μπαμπάκη κι όχι μπαμπάκα ...
Λακριντί, το. Η επίμονη για γκρίνια. Το πάει λακριντί. Δεν αντέχω πια.
Λανταβό, το. Το μισοκούντελο, παράλυτο. Το παρτσακλό , άλλοι λένε , το πετσεκλό. Το συφοριασμένο.
Λάου – Λάου , το . κουβέντες , το πάει λάου-λάου , λακριντί , το πας φυρί-φυρί για μ ά γ κ α ν α , είσαι λίμα για μάγκανα
Λάρμα, το. Η άδεια κοιλιά του νηστικού ζώου. Λ... μπιτ η γίδα, η προβατίνα, το βόιδι, τα πράματα, το κοπάδι, από το μπαγλάρωμα ή τούμπανο από το πολύ φαϊ … η γίδα στο στριγερό στου Γκορτσασούλι κι … ο μελισοκόμος … με το Φώντα
Λεβέτι , το
Λιοφαδιζες, οι. Τοποθεσία.
Λοϊδα, η. Μια μικρή τούφα μακριών μαλιών από την πλέξούδα.
λουλάς, ο. Άρτσι μ(π)ούρτσι και λουλάς ? Κάποιοι το ‘λεγαν αλλιώς . Άρτσι βούρτσι και λουλάς. = μπερδεμένα.
Λούρμπας, ο. Ο αχόρταγος. Είσαι μεγάλος λούρμπας και φαταούλας.

Μ

Μάγγανα, τα. Οι τσακωμοί και οι φασαρίες. "Το πάει λάου-λάου, το πας φυρί-φυρί για μάγκανα, είσαι λίμα για μάγκανα", οι τσακωμοί (με λόγια). Η γκρίνια; ο καυγάς . “Είσαι λίμα για μάγγανα”.
Μαδέρι , το
Μπάστα. Το παλιό όνομα του χωριού Κρυονέρι.
Μαζαράκι, το. Θέση εν Μπάστα. αλλά και Μαζρέκου
Μάκινα, η. Μηχανή καθαρισμού σταφίδας. Ιτ. Macchina, η. =μηχανή.
Μαντύα , η. Φέρτη ή φέρε μου τη μαντύα.
Μάρμαρο, το , Πετράλωνα τα, Πλάκα, Σκάσματα..
ματσαραγκιές ... πονηριές , λαδιές …
Ματσούκι, το. Ιταλ. mazza, = ματσούκι, ραβδί, μπαστούνι και mazzata, η μπαστουνιά, το χτύπημα.
Μερέλης, ο. Αυθεντικός διάλογος του Σουμάνη μς το Ρούλη: "Μερέλη! ε, μερέλη. Μπίτι μερέλης είσαι; -Ρε χαϊβάνι, εγώ είμαι μερέλης; Μερελομέρελος είμαι! -Μερελομέρελος; Που το 'βρε πάλι η κούτρα σου; -Εγώ , ρε μαύρε μου έχω νιονιό στο τσερβέλο μου. Έχω μια σταλιά νιονιό στηγκούτρα μου. Δεν έχω σκατζίλες σαν το δικό σου! - Άχερα με άγανο έχεις. -Άχερα με άγανο έχω και σε κάνω να έχεις ξυζμάρα. Εσύ έχεις σκατζίλες και βρωμοκοπάνε. Κοίτα την αγραπηδιά στου Κούμισι ... κρατάει τη μύτη της. Ναι ρέ, και κατεβάζει και μύξες!" ... και σκάνε στα γέλια!
Μισοκούντελο, το. Το Λανταβό, μισοκούντελο, παράλυτο, παρτσακλό, άλλοι λένε: το πετσεκλό.
Μισίρι, το.; =πολύ καλό. Ειναι πολύ καλο; το μαγκούφι ή το ρημάδι το χωράφι ..., το λειβάδι, μισίρι είναι. Εχει πολύ χορτάρι
Μιτζούλι, το. Η κρούστα που δημιουργείται στην πληγή. Η χρήση της λ. μόνο στο χωριό;
Μονε-μόνε, επιρρ. ίσα-ίσα, μόλις.
μουρμούρα, η. Μπ.φρ. "τι μουρμουράς".
Μούτζα, η. Το φάσκελο, η γνωστή «ευλογία» της ανοιχτής παλάμης. Περσ. muzh –α.
Μουτζούρα, η. Περσ. muzh –α , (το μουτζούρωμα του προσώπου του διασυρόμενου με την παλάμη βουτιγμένη στην καπινιά.
Μπάλα, η. Γεμάτη η κοιλιά. Έγινε μπάλα η γήδα.
Μπάρδα –barδa, αλβ. όνομα μικρό. Το άσπρο, το λευκό.
Μπασέττο, το. Το ξύλινο μέτρο. Φρ. Μπ. "φέρε μου το μπασέτο. Στα ιταλ. basetta (θ.), η φαβορίτα και base (θ), η βάση.
Μπάστα, το (χωριό) Μπάστα, αλλά και του Μπάιστα. Γράφει ο Ηλιόπουλος: ["Μπάστα, του, χωρίον του τ.δ. Ωλένης, αλβανόφωνον παλαιότερον. Τούτο αναφέρεται υπό του Alberghetti υπό τον τύπον Basta (Εδώ σε υποσημείωση με αριθμό 8 αναφέρει: P i e r' A n t o n i o P a s i f i c o, ενθ' ανωτ. σ. 124), υπό τον αυτόν δε τύπον απαντά και εν τη Απογραφή του 1700 του Grimani]. ( Δες: Κ. Ηλιόπουλου «ΤΟ ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟΝ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ» σελ. 142). Στο ΑλβανοΕλληνικό λεξικό του Κ. Γ. Παπαφίλη, εκδόσεις Μ. Σιδέρη και στη σελ. 64 υπάρχει η λέξη bast, -i, -e, -et, [o]. Το στοίχημα. Οι Αρβανίτες και μορφωμένοι Αλβανοί που ρωτήθηκαν, αγνοούν πλήρως τη λέξη basta ή mpasta. Στο ιταλικό λεξικό υπαρχει το bastare [μπαστάρε](ρ.), που σημαίνει 1: αρκώ, επαρκώ,φτάνω, 2: διαρκώ, αντέχω, κρατώ, 3(απροσ.): αρκεί, φτάνει. Υπάρχουν και τα bastardo (το μπάσταρδο), basto (το σαμάρι), bastone(το μπαστούνι), bastonare (ξυλοφορτώνω). Δες και ιταλ/ελλ. λεξικά στο σχετικό λήμα.
Μπατατούκα, η . Η βαριά κάπα . Το βαρύ παλτό
Μπατίρης, ο. Ο άφραγκος. Αλλά και: μπατήράκι Ε;
Μπεκιάρης, ο. Οποιος ζει μόνος. Καλώς τον μπεκιάρη μου.
Μπάχαλο, έγινε μπάχαλο
Μπεντιαβά. Για το τίποτα, τζιάμπα, Μπ.φρ. "Τζιάμπα και βερεσιέ"
Μπερντές, ο.
Μπεσίκι, το
Μποβίτης, ο. η φασκιά.
Μπόλκα, η . Το σακάκι
Μπονόρα – μπονόρα , η . Πρωί – πρωί . Πολύ πρωί .
Μπόρα, η. ιταλ. bora, η =το ξεροβόρι
Μποστάνι, το. Αλβ. bostán, -i, -e, -et, [o]. Το μποστάνι, αλλά και το πεπόνι.
Μπούκα, η. ιταλ. buca
Μπούλα, η. Το σκιάχτρο. Από το Ιταλ. Buio, = σκοτάδι, ζόφος, άγνοια ή bullo = κουτσαβάκι.
Μπούλμπερη, µπούλβερη, αλλά και Μπούζμπερη, η. Το αποτέλεσμα φοβερής φωτιάς. Έγινε νάά …, σου λέου. Έγινε στάχτη. Ιταλ.
- Μπούλμπερι ή μπουζμπερι = τέλεια καταστροφή , κυρίως από φωτιά. έγιναν σκόνη . Δε σχετίζεται με τη γνωστή λέσχη διανοουμένων Μπλούμσμπερι, με μέλη της τους Κέινς, Μπ. Ράσελ, Β. Γούλφ κ.ά., που πίστευαν πως οι άνθρωποι αλλάζουν τα πράγματα και δεν είναι δημιουργήματα του περιβάλλοντος.
Μπούρτσι. Μπ.φρ. "Άρτσι μπούρτσι και λουλάς". Κάποιοι το ‘λεγαν αλλιώς: Άρτσι βούρτσι και λουλάς.
Μούρτσι. Μπ.φρ. "Μούρτσι-μούρτσι θα ‘ρθεις, έτσι; -Ντάξει, θα ‘ρθω μουρτσούλια - μουρτσούλια =(το λυκαυγές ).
Μπονόρα . Μπ.φρ. "Μπονόρα μπονόρα, βλέπω"
Μυγιάζουμαι. Όποιος έχει μύγα μυγιάζεται, μύγα σε τσίμπισε;

Ν

Νάκα, η. Εργαλείο μεταφοράς των νηπίων, κύρια στα χωράφια. Φτιαχνόταν με δύο ίσια ξύλα ενός μέτρου, που ενώνονταν με ένα ύφασμα (σεντόνι ή κουβέρτα), και στη λακούβα ανάμεσά τους τοποθετούσαν το μωρό. Δεν βρήκαμε τη λέξη σε κάποιο λεξικό.
Νιανιά, τα. Το λιωμένο φα'ί' του μωρού. Αλλά και με αηδιστικά χαραχτηριστικά: το φα'ί', έγινε νιανιά, λιώμα σου λέου, μπιτ λιάτσα, σαν τσέρλα= τα απορρίματα μωρού, αλλά και από το κόψιμο (στομαχική ανωμαλία) μεγάλου.
Νιάνιαρο, το. Άιντε αποδώ, ρε νιάνιαρο. [βεν. gnagnara], (σελ. 911 στο Λ της ΝΕ).
Νιονιό,το. Το μυαλό. Που νιονιό;Το νινιό σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος
Νιτερέσιο, το. Μη σενεμπαίνεις σε ξένα νιτερέσια ή αυτό είναι δικό σας ή δικό μας νιτερέσιο. [ιντ-: παλ. ιταλ. Interesso. νιτ-:αντιμεταθ.[in>ni] για διάσπ. Του συμφ. Συμπλ.](σελ. 913 στο Λ της ΝΕ) Νιτερέσο, α
Νταμάχι, το. Τουρκ. Tamah, tamahkar =πλεονέκτης, πλεονεξία. Έκανες νταμάχι, λέγανε σε κάποιον οι Μπασταίοι, που παράφαγε με βουλημία και μετά παραπονιόταν για βαρυστομαχιά.
Ντάρδα Μπάρδα, η. Τοποθεσία στο χωριό. Darδa Αλβ. αχλαδιά Dardh/e, -a, -a, -at, [η]. [βοτ]. Η αχλαδιά, το αχλάδι. (Κων. Γ. Παπαφίλη. Λεξικό Αλβανοελληνικό. Σελ.125). Barda, (e), [η]. το ασπράδι. (Κων. Γ. Παπαφίλη. Λεξικό Αλβανοελληνικό. Σελ.62) . Dardabarda = η Ασπροαχλαδιά! Η ΝταρδαΜπάρδα λέγεται και Παλιόστανη. Αυτό κάτι πρέπει να υπόδηλώνει. Πρέπει να υπήρχε κάποια «διάσημη» Ασπροαχλαδιά, σαν την πασίγνωστη τον 20ό αιώνα, Γκουγκουλώρα και κάποια παλιά στάνη. Ίσως και η πρώτη του χωριού.
Ντάρντιζα, η. το χωριό Αχλαδινή. Αλβ. Dardhsht/e, -a, -a, -at,[η]. Η άγρια αχλαδιά, η αγριοαχλαδιά, η γκοριτσιά. (Κων. Γ. Παπαφίλη. Λεξικό Αλβανοελληνικό. Σελ.125).
Ντεφεκιές, ο. Το ορυκτό πέτρωμα κιμωλία, με την οποία έγραφαν στον πίνακα του σχολείου, αλλά στο τραπέζι του καφενείου τα καπίκια και ... της πρέφας, μέχρι και τη 10ετία το '50.
Ντηριέμαι ... Ντρέπουμαι Ντηριέμαι...
Ντότι. αλβ. Dot. - Δεντο κάνεις ντότι. Δεν το μπορεί, δεν το δύνεσαι. Έλα τώρα, που δε ...
Ντουλαμάς ή φουστανέλα...; Ένδυμα των ευζώνων σε αντιπαράθεση με τους ''ψαλίδες'', όπως λέγανε τους ''φραγκοφορεμένους'' στρατιώτες.
Ντριτσίνα, η. Το γρήγορο τρέξιμο, σαν του γρήγορου αλόγου. Δε βρέθηκε σε λεξικά.

Ξ

Ξάργιο, το. Το ξέφωτο, αποψιλωμένος, καθαρός τόπος μέσα σε δάσος. - Βγήκαμε στο ξάριο και ... -Α, εκει πούχει την ανοιχτωσιά.
Ξαγγλάου , -σου.
Ξεγκοφιάστηκα ... θα ξε...
ξε(ι)ζώνωτος, ο.
Ξελαιμιασμένος και ξελαιμιάρης (-η, -ο)
Ξεμαλιασμένος, η, ο ), Ξεμαλιάρης (α, ρικο), και ...ρικο,
Ξεμαρλούκωτος γυρνάει δώθε –‘κείθε και παραμιλάει , ούλια τη μέρα και τη νύχτα.
ξεσπαλιάστηκα ... θα ξε... ιταλ.spalla
ξεχαρβαλώνω. -θηκε. χαλάω, διαλύω, κάνω ερείπιο, χάρβαλο. Φρσ. το ξεχαρβαλωσες, τόκανες χάρβαλο. Χαλασμένο εντελώς. Έγινε, θα γίνει ... Αρχ. χαλαβρός, τύπος παραλλ. του χαλαρός.
Ξομαχιά, = ο εκτός μάχης. Κάποιος λέει ότι είναι η εξοχή. Μάλλον λάθος κάνει.
Ξυζμάρα, ξυέμαι, ξυόμαστε ... Η ξυζμάρα πήγε γόνα …Σας έπιασε ξυζμάρα και ξυόσαστε ούλοι μαζί; καλό και τούτο.
Μέπιασε μια ξυζμάρα στο πόδι και το ξεγάλισα. Γιάτρατο πως έγινε. Ξυόμουνα μέχρι που ξεγαλίστηκα. -Γιατί ξέρεις εσύ … πετιέται ο … εξυπνάκιας.

Ο

Οοο, έκπληξη, αλλά και κλάμα ... ό ξ η και ξερό, λέγανε, στα παιδιά που κλαίγανε και δε σταματάγανε.
Όγιος κι όγιος, -α, -ο. Στη φράση: δεν είναι ή είμαι, Όγιος κι όγιος Όποιος κι όποιος.
Οϊντίζω, = ταιριάζω. Δεν οϊντίζουμε, -ουν τα γνώτα μας/τους = δεν ταιριάζουμε, -νε τα γνώτα μας/τους. Από το οντάς = δωμάτιο, τουρκ, onta -s. Αλλού χρησιμοποιείται η λέξη τακίμι, τακιμιάζω, τουρκ. takim -ι.
Οξαποδώ, ο. Ο έξω από εδώ, ο διάβολος.
Όρμπος και κατσιφάρα. Η φοβερή καταστροφή.

Π

Παντύχαινα ... Το τυχαίο απάντημα
Παρασάνταλο, το. Το παρασάνδαλο, το ανάποδο. Το παρασάνδαλο, που λες, γράπωσε το τσιουπί, το ζγάτζωσε με τις χερούκλες του και που το πονεί και που το σφάζει το μαύρο.
Παρλάντι, το. Το πεντακάθαρο. Το έκανε παρλάντι.
Παρτσακλό και Περτσεκλό, το.
Πατ, Πατ, πετάχτηκε που λες, και χάθηκε πίσω απ' το ύψωμα.
Παταλιά, η. Ξάπλα ...
Πατίκωμα, το και σαν παλιάλογο …
περλεκάτσι, ολόγυμνος
Πηργιόνι , το
Πιπίτσιασα, -ες, -ε, -με, -τε, -σαν(ε). Δίψασα, -με πάρα πολύ.
Πιτσινάρι , το. Η βίαιη ροή του αίματος, κυρίως και καταχριστικά – ποιητικά, του νερού, του κρασιού και γενικά των υγρών.
Πόμπολο ,το ή βελονάκι. Δώμου το ... να κεντήσω ... Οι βελόνες (δύο πάντα) για το πλέξιμο ... ιταλ.pomolo. Αλλά και το ζεμπερέκι.
Πλαστήρι , το
Πουμπώνω, στις φράσεις: μπωω, μπω, πούμπωσ' ο τόπος (= γεμισ' ο τόπος καπνό) και: τημπούμπωσες βλέπω (τη φωτιά).
Πουντιάου , πούντισα ο μαύρος
Πούντα , η
Πουτσαράς, ο. Μπ.φρ. - Ε , ρε πουτσαρά …, αλλά και η πουτσαρού.

Ρ

Ριμάδι και ριμαδιό, το. Από το εριμος.
Ρουμπελιά, η. - Πάγαινε το αίμα ρουμπελιά. -Κόντεψε να μάς πινίξει το νερό. Πάγαινε ρουμπελιά. Να, έφτανε μέχρι το λαιμό. Ένα τι, και πάει κείνη δουλεία ... -Μια, που λες στηγκόκα κι άλλη στον ακούτραφα(ο), και νάα το αίμα. Ρουμπελιά. Πιτσινάρι σου λέω, πιτσινάρι . Δε μποράγαμε ναντο στομπώσουμε με τίποτα. -Τ’ απόλυκα που λες (το νερό) και άει καρτέραρτο. Δε στομπωνότανε με τίποτα. Άµπουλας, παιδάκι μου. Άμπουλας.
Ρουπώνω. = Χορταίνω. -Ρούπωσες; - Ρούπωσα. (Δε βρέθηκε λήμα στα υπ’ όψη Λ. )
Ρουτζώνω. -Ρουτζωσες και στρούτζωσες. = έκανες γκριματσες κλαματος, παραπονιάρικο, χώλιασε το ... κλαυθμύρισμα, ... (Δεν βρέθηκε λέξη )
Ρούφουλας, ο. Η ρουφήχτρα …

Σ

Σάρωμα, το
σαλάχαου, ρ. Μπ.φρ. "Α, σαλάχα τα πράματα (Διώχτα να πάνε πέρα), σαλάχα του τη λαγούσια, τη μαγκούρα",
Σέκιο , το. Μπόλικο.
Σιδεργιά , η . Σιερένιο αλέτρι.
Σιλικέτιξα ... το πέταξα στα μούτρα ...
Σιωμάδες, οι. Παιχνίδι, που αλλού το λένε αμάδες (επίπεδες πέτρες με τις οποίες παζίταν το παιχνίδι)
Σκάλτσα, η. Η κάλτσα.
σκαλτσούνι, -ια, αλλά και σπανιότερα Καλτσούνι, -ια, το, τα. =Οι κάλτσες. Στα Ιtaλ. Scalzo, επιθ.=ξυπόλιτος. Scalzare, ενεργ. ξυπολάω, μεσ. ή παθ. ξυπολιέμαι. Calza, (θυλ.) = η κάλτσα, αλλά το ρ. Calzare= φοράου τις κάλτσες, τα παπούτσια, τα γάντια.
Σκαπάνι, το. Το πήγε σκαπάνι = τόφαγε με βουλημία, με όρεξη.
Σκαμπάζω, δε σκαμπάζω= δεν πέρνω τα γράμματα.
Σκαρτσοπαίζω. Εσύ σκαρτσοπαίζεις και τα ρίνεις σε μένα ... (σκαρτος)
Σκαρτσοπαιξιά, η.
Σκάφη, η
Σκαφίδι, το.
Σκλιμπότσα, η. Οι σάπιοι κορμοί πεύκων, κύρια. Μπ -Λες σκλιμπότσα και γιομίζει το στόμα σου. Το ’υχαριστιέσαι. 'Όχι σανγκάτι λεξούλες αχαμνές μπίτι - Χουχουλάς τα χέργια απ' το κ ρ ά γ κ ω μ α ή από συνήθειο; -'Αψεμε και συ ... Έβγα παρέξω που χαβδάλωσες τη φωτιά και μας κάνεις τονγκαμπόσο. Για ξεμύτα λίγο και τα λέμε. Ούτε χουχουλητό δε θα μπορείς να κάμεις. Αυτό δεν είναι κρύο, είναι σκέτο φαρμάκι. Κουνήσου λίγο να πάρω κι ‘εγώ μια πύρα.- Δε λες κι ευχαριστώ που σ' άναψα και τη φωτιά. Θες να με βγάλεις κι όξω. Δεν είμαστε καλά μου φαίνεται!- Σύμπα λίγο τη φωτιά, σύμπα τη γιαθασβύση η ερμαδιακή. Δεντη γλέπεις που καπινίζει; Τ σ ί μ π λ ι σ α ο μαύρος. Μου βγήκανε τα μάτια. Κοντεύουν να μου βγούνε , και τα τρίβει με την κορυφή του δείκτη του καρπού του χεργιού του ...
- Έμ ( ή αμ) πως να μηνγκαπινίζει; Έβαλες ούλες τις σ κ λ ι μ π ό τ σ ε ς απάνου. Δενάφηνες και καμιά γιατουχρόνου;- Δενέβαλα μόνο σκλιμπότσες , έβαλα και δαδί .
- Γιαυτό έγινες σα διάβολος από τηνγκαπινιά. Γ ι ά τ ρ α τ ο ρε πως έγινε απ'τοκατράμι. Τήρα τη μύτη και τα χείλα. Σ κ ι ά ζ α ρ ο ς με τα ούλα του. Άμα τονιδείς άξαφνα θαντα κακαρώσεις απ' την τρομάρα σου. Τήρατο τηρατο ...
Σκολιάμπρι, το. Χόρτο με αγγάθια. Στα σκολιάμπρια (ο αρχ. Σκόλυμος, όπου το μ γίνεται μπρ) το μόνο που αξίζει είναι τα βλαστάρια. Τα ξεφλουδάγαμε και τα τρώγαμε. Ήταν μέλι, πεινασμένα, που είμαστε. Κάποτε τρουπήθηκα κι άρχισα να κλέου, λέει η ...
Σκούφια, η.
Σκουφούνι, το. Κάτι σαν μικρή σκούφια.
Σκουτιά, τα. Τα υφασμάτινα ρούχα. Τα δερμάτινα τα λέγανε πέτσινα. Λέγανε κωλοπετσωμένο για κάποιον που θεωρούσανε έξυπνο. Αλλά και τετραπέραντο, με ν.
Σορολόπ, το. Στη φράση:Το ‘ριξε στο σορολόπ, στ’ αδιάφορο. Πρόκειται για το γνωστό σορολόπ, στα τουρκ. ηχομιμ. sorolop ),
Σούγλα, η, (μεγάλη) και το Σουγλί, (μικρό). Έτσι λεγόταν η πασίγνωστη σούβλα και το σουβλί. Για τις πράξεις με τα σουγλιά χρησιμοποιούσαν το ρήμα: Σουγλίζω, (σουβλίζω).
Σουγλιά, η και οι σουγλιές. Έντονοι πόνοι, που περνούν γρήγορα. Φράση: Έχω κάτι σουγλιές στημπλάτη...
Σουφρώνω = μαζεύω. Φρ: τα σούφρωσες γλέπω, από το Σουφραζέτες [από τη λέξη suffrage (προφ. σάφριτζ), που σημαίνει επιδοκιμασία, αλλά και το δικαίωμα ψήφου].
Σπαρτσαράου. Σπαρτσαράει στα κλάιματα, ... στα γέλια. Το κατσίκι (το ζω) σπαρτσάραγε από τομπόνο ή σαν τό 'σφαξε το μαύρο κι άραγνο και τα αίματα παγαίνανε ρουμπελιά.
Σταχτοφούρνι, το.
Στομπώνω. Στόμπωσ' τα και στόμπω' τα, τα στόμπωσε τα πρόβατα, άειντε ναντα στομπώσεις, στόμπωτο, το στόμπωσες το νερό; Το στόμπωσα.
Στρουτζώνω. Θυμώνω .... Ρουτζωσες και στρούτζωσες, κλαίω από θυμό που δεν μπορώ να ...
Στριγερό, το. Το στρογγυλό ξύλινο δοκάρι στη μέση του αλωνιού.
συνεμπαίνω. Στη φράση: τι συνεμπάινεις εσύ = βάνεις τηνουρά σου
Σφοντίλι, το. (

Τ

Ταβάνι, το. Η οροφή. Τουρ. Tavan –ι, αλλά και το λατινικό taban (us) (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ του ινστιτούτου ν/ελλ/κων σπουδών (ιδρυμα Μ. τριανταφυλλίδη).
Τάβλα, ες, η. Οι σανίδες
Ταμάμου, ίσια, ίσια. Τουρκ. Tamam από τα αραβικά
ταραζός, ο. Στον ταραζό του, στην ώρα του
Ταρναρίζω, ρ. Μπστ. φρσ.: " Ταρναριστός/η/ο - ταρναριστός/η/ο έρχεσαι ... τι συμβαίνει; "
Τεμπεσίρι, το . Φέρ’ το τεμπεσίρι να γράψω τους πόντους της σκαρτσοπαιξιάς σου .
Τζανα(μ)πέτης, ο. Ακατάστατος, ιδιότροπος, στραβόξυλο. [Τουρκ. Caenabet από τα Αραβικά]. ΛΚΝ
Τέσσα, η. Σκεύος μεταφοράς φαγητών, διαμέτρου 20-25εκ και 15-20 εκ βάθ., με διαμετρικό πανοχέρουλο.
Τέτζιερης, ο
Τζιερεμές, ο. Θα με ... βάλεις σε φασαρίες
Τζούφιο το άδειο, το άχρηστο, για πέταμαe
Τζύφος. Τίπιτα ... Τζ.. Η υπόθεση
τίγκα, επιρρ. = γεμάτο . στη νοτιοιταλική διαλεκτος, ting
Τορός, ο. Τα ίχνη.[Αλβ.torua, -toroi, toroj, torojt, [o]. Ο τορός, το ίχνος, το αποτύπωμα].
Τορβάς, ο. Αλλά και ντορβας και τουρβας και ντουρβας. Σακούλι, που βάζανε την τροφή των αλόγων. [Τουρκ. torba -ς και στα Αλβ. torb/ë, -a, -at, [η] και torv/ë, -a, -at, [η]. ο τορβάς, το δισάκι, το ταγάρι, το σακούλι]
Τούγκανο, το. Άλλο τούμπανο( αρχ. τύμπανο) κι άλλο τούγκανο(;), λέει ο Φώντας πούφαγε τον αγλέορα κι ήπιε τον άμπακο: Έγινα τούμπανο. Για το κατάξερο ψωμί όμως λέει: Αυτό το ψωμί είναι τούγκανο. Δεν τρώγεται με τίποτα, εξόν και θες να σπάσεις κανα δόντι. Κατάξερο
Τούμπα, η και τούμπουλες, οι.
Τράτος, ο. Ο χωρος - Κάνε τρατο να περάσει ο χριστιανός ... Καντε τράτο βρε
Τς, ηχομιμ. καθώς ξεκολάει η γλώσσα από τον ουρανίσκο, =όχι αλλά και Τς,Τς,Τς, ..., = πόνος
Τσακίδια, τα. Στη φράση: "αιντε μου στα τσακίδια", = ... να τσακιστείς.
Τσιζ, αλλά και Τζιζ. Συνήθως η μάνα στο μωρό της στη νηπ. φράση: Τσιζ. Μη, κάνει ντζιζ = μη, θα καείς. Στο ΛΚΝ σελ.1338, strong>Τζιζ. [ηχομιμ. ή Τουρκ. ciz (λ. Νηπιακή)]
Τούρλα, η. Γιομάτο σε σωρό το κλαρτο. Αλλά και κοφτο: το δικό σου κάρτο τούρλα το δικό μου κοφτό.
Τουρλοκολιάου, ρ. Μπαστ. φρσ.: "Το τ....τ' ανάχρειο. Στραβωμάρα έχεις; Τήρα και λίγο προστα σου. - Εγώ 'χω στραβομάρα ή εσύ δενγκξέρεις τι σου γίνεται ; Δε βλέπεις που είναι σαρδανάπαλο. Βάλτο εσύ να σταθεί ορθό. Προσπαθεί να το βάλει να σταθεί όρθιο, αλλά αυτό μπαπ και κάτου ... - Σα να ‘χεις δίκιο. Είναι ζαβό μπίτι για μπιτ! - Δε στο ’λεγα; Εσύ τα χαβά σου. Αμ και συ στραβόξυλο δεν είσαι; -... Δε βγάνεις τσιμουδιά βλέπω... Ούτε κ ί χ ... (ακίχητα, στον Προμηθέα του Αισχύλου). - Δε σ κ α μ π ά ζ ε ι ς γ ρ ύ ( ... Αισχύνη , επ' αυτών ουδέ γρύ , λέει ο Δημοσθένης ). Κοίτα ένας βλάκας με πατέντα που δεν του κόβει. Ας τον, δεν του κ ό β ε ι , στραβός είσαι ;
Τραγιάσκα, η.
Τράτο, το. Ο χώρος, αλλά και περιθώριο χρόνου. Κάνε μου λίγο τράτο. Ιταλ. Trato = διάστημα, απόσταση. Τρατάρω και Τρατέρνω. = Πάντα για το σπιτικό κέρασμα, φιλέβω. Βεν. Tratar -ω. (Λ της ΝΕΟΕΛ Γ του ΑΠΘ)
Τρικόμπι, το.
τσαμπουνάου, ρ. - Ρε , τι μας = τι μας λες απίστευτα πράγματα (αλλού : τσαμπουνίζεις) απ' το τσαμπούνα = άσκαυλος . Η τσαμπούνα με ένα αυλό , με δύο η γκάιδα = φλογέρα , ο τζουρλάς σε μας , ζουρνάς αλλού)
Τσεβδός
Τσ(ι)ανάκι, το. Πήλινο αγγείο , σαν το βαθύ πιάτο ή την πιατέλα . Αλλά και βρισιά : είσαι συ ένα τσανάκι ή Μια τσανάκα … ή είσαι συ ένας τσανακογλύφτης.
Τσ(c)ιβούριαου -αζω και τσ(c)ιβουριάστηκα από... (=πέθανα από τα ... Βάσανα). Από το civuri: = ο τάφος Τσ(c)ιγουρίστηκα , (=κάηκα για να κάνω ...)
τσιμα-τσίμα, η. Ακρη - άκρη, ίσα-ισα.[ιταλ. cima= άκρη, χείλος]
τσιμουδιά, η. ψίθυρος. [Αγν. προέλευσης]
Τσ(c)ιόλι, (coli)το. Υφασμάτινο ρούχο ... Από 'δώ και το φακιόλι (φατσιόλι)
Τσ(ι)ούμπι, το. Το εξέχον του κούρβουλου
Τσ(ι)ουράπι, το. Αλβ. c(ts)orape.
Τσιτσί, το. Νηπιακή λ. = κρέας. Αρχ. 'τιτθός'= μαστός. Και στα ιταλ. Cicci.
Τσορολό,το. Δεν βρέθηκε στα λεξικά …
Τσουρούλι,το. Κομμάτι άρτου ευλογημένου στην εκκλησιά.

Y


Φ

Φαγούρα, η. στο χέρι .. Λεφτά θα πάρεις (αριστ) ή θα δώσεις (δεξί).
Φάγουσα , η
Φαλτσιέτα ,
Φανταλιά , η . Θα φας , θα σου δώκω κάμμια φανταλιά . Μου’δωκε , έφαγα μια Φαταούλας . είσαι μεγάλος φ α τ α ο ύ λ α ς και λ ο ύ ρ μ π α ς Φερετζιές, ο.
Φιρι – Φιρί , το . κουβέντες , το πάει λάου-λάου , λακριντί , το πας φυρί-φιρί για μ ά γ κ α ν α , είσαι λίμα για μάγκανα
Φλάρος, ο. Μπ.φρ. "Τονγκακό σου το φλάρο".
Φορτσέρι, το
Φουσέκι, το. Αλλά και φυσέκι. Μπ.φρ. "Ουου, πάει φ(ου)υσέκι. φορτωμένο σου λέου και πάει φ(ου)υσέκι.
Φρατζάτο ... μπαράκα και μέσα κρεβάτι με 4 φούρκες , ξύλα με φτερίνα και πάνω το σπάρτινο ματαράτσι … εμείς ξαπλωταριά .
Φώκος, ο. Βάλε φώκο γιατί ξυλιάσαμε ...


Χ

Χαγιάτι, το. Σαν έπιασ’ η βροχή , λούφαξα κατου απ’ το χαγιάτι .
Χάζι, το. Αυτός κάνει χάζι.
Χαϊβάνι, το. Μπ.φρ. Ας το. Χαϊβάνι είναι και δεγκόβει η κούτρα του. Ρε χα΄ι΄βάνι εγώ είμαι μερέλης ;
Χαλκάς, ο. Βάλτου το χαλκά, για να το σέρνεις απ’ τη μύτη.
Χαμπάρι, το. Είδηση. Δεν παίρνει χαμπάρι αυτός.
Χαμπιλομασάου. Χαμ(π)ιλομασάμε, τι να κάνουμε. Τα χρόνια τα κερατένια, μας ξεδοντιάσανε. Εμείς δε χαμιλομασάμε. Τακούς;
Χαράμι, το. Χωρίς λόγο, άδικα. Χαράμι πήγε σου λέου, χαράμι
Χάρβαλο, το. Χαλασμένο εντελώς. Έγινε, θα γίνει ...
Χαρμάνι, το. Το μείγμα. Είναι καλό χαρμάνι ...
Χασές, ο. Είδος, τύπος φτινού υφάσματος. Από χασέ ειν’ το παντελόνι; Ναι, χασεδένιο είναι.
Χαψιά, η
Χεργιά, η. Προφέρεται: χιεργιά. Τα στάχυα που χωράνε στα 5 δάχτυλα του χεριού.
Χερόβολο, το. Προφέρεται: χιερόβολο.
Χόβολη, η. Αλλά και χόσβολη.
Χράπιο, α, ο. Ετοιμόρροπο.

Ψ



ψαχουλάκιας, ο.
Ψαχουλεύω, ρ. Ψάχνω αθόρυβα, στα κρυφά. Τι ψαχουλεύεις εσύ ...

Ω

Σημείωση. Οι Μπασταίοι δεν είχαν πολλά ο, ε και ι. Χωρίς να το ξέρουν ήσαν όλοι τους οπαδοί του Ε. Γιαννίδη, που τάθελε ούλα με ένα γράμμα. Και βέβαια δεν ξέρανε, πως αυτά τα προσθέσανε οι περιγραμμάτου Αλεξανδρινοί γραμματικοί. Να μη δείξουνε  κι αυτοί, στους που δεν ξέρανε, πως κάτι ξέρουν και να τους θαυμάσουνε οι που δεν ξέρουν! Αλήθεια. Τι γραμματική μεγαλοσύνη κι αυτή! Να φχαριστιούνται οι που ξέρουν, από το θαυμασμό των που δεν ξέρουν! Οι Μπασταίοι σαν ήθελαν πολλά ο, ε και ι, δεν είχανε κανένα πρόβλημα. Παρατείνανε τη φωνή τους τόσο, όσο άντεχ' η ανάσα ή χρειαζόταν για ναντους ακούσουν. Βγαίνανε αγνάντιο στα Πετράλωνα ή, όπως αλλιώς λέγανε τ' αλώνι του ΑλημΑγά και με όση δύναμη είχανε, φωνάζαν: ΟΟΟΟΟΟρε Γιωρ'.  Γιωρ', ΟΟΟΟΟΟρεΓιωρ'.

-Αυτό είναι το ω μέγα ρε μπάρμπα.
-Πως ναντοειπώ, παιδάκι μου με ο μέγα', πως ναντοειπώ.
-Με ω μέγα.
-Και πως είν'γκειν'το πράμα;
-Να, έτσι, και ζωγραφίζει στο χώμα ένα τεράστιο ω.
Γκουρλώνει τα μάτια του και
-Ντροπής, παιδάκι μου, ντροπής! Ευτούνο μοιάζει σαν τογκώλο της κυράς μου κι αντοειπώ θα με βαρέσει.
-Μιας και τόηφερ' η κουβέντα, δεντολές εσύ με ο ... μέγα,  ναντομάθω κι εγώ ο μαύρος, ναντο λε κι εγώ περιγραμμάτων!
-Το ίδιο με το άλλο. Σαν το λέμε είναι το ίδιο. Σαν το γράφουμε όμως, είναι διαφορετικό.
-Α, Σαν το γράφετε το ο, το γράφεται με ο μέγα! Και τι θα πείραζ’, αν το γράφατε με ο μικρό το ο μέγα .
-Που να στα λέω τώρα …
- Όχι. Να μου τα πεις να μου τα  πεις.
-
........
Ούτε καν πισινό δεν είπε, κατά πως κάνουν οι περιγραμμάτου.
Σαν φώναζαν άντρες και παιδιά, έτσι λέγανε τ' αγόρια, χρησιμοποιούσανε το: όοοορε, και τόνομα προσαρμοσμένο πάντα στην ευφωνία. όοοορεΠαν', Γιαν', Βασιλ', Παν', Κωσ' με λίγο τ. Πάντα τρώγανε τα περιττά γράμματα. Πως να πουν: όοοορε Γεώργιε, Κωνσταντίνε, Αλέξανδρε! Ποτέ δεν ακούστηκε τέτοιο όνομα στο χωριό. Μια φορά στην εκκλησιά και τέλος. Θα σπαρτσαράγανε στα γέλια και οι φτερίνες κι άιντε  μετά να τις βρουν να σφουγγιστούν! Μέχρι τη 10ετία του ΄50 ήταν το περιζήτητο χαρτί υγείας όλων των Μπασταίων. Μπρος στις Μπασταίικες φτερίνες, δε φτουράγανε οι βλοημένες πέτρες του Χομεϊνί.Η οικονομία της γλώσσας επιβαλλόταν με δύναμη φυσικού νόμου. Κάστα, Μήτσιο, Γιώρη και τέλος η φαγούρα για φιγούρες, φκιασίδια και γιρλάντες.Σαν φωνάζανε τις γυναίκες ή τις τσιούπες, χρησιμοποιούσανε το: έεεεμωρ' κ.τ.λ.π, όπως με τους άντρες. Στου Μπάιστα δεν(γ)κάνανε διακρίσεις.
Το ααα; πάντα με ερωτιματικό, ήταν πολύ χρήσιμο στους γέρους, τις γριές και τους που βαριακούγανε. Και του Μπάιστα είχε πάντα κοτσονάτους γέρους και γριές. Όλοι, σχεδόν, γερνούσανε. Και οι άντρες και οι γυναίκες. Και υπήρχε σεβασμός και θαυμασμός για όλους τους γέρους και γριές. Δεν είν και τόσο εύκολο να καταφέρει κάποιος να γεράσει. Είχε πάντα το χωριό πολλούς γέρους και γριές. Τα παιδιά χαίρονταν και απολάμβαναν παπούδες και γιαγιαγιάδες. Ήταν και παραμένει το κάτι άλλο. Μοναδικά όμορφο για τα παιδιά. Τα τυχερά. Το αγέραστο καραγκιοζιλίκι, είναι νιόφερτο φρούτο. Αμερικάνικο ή Ευρωπαίο, δεν έχει σημασία. Μπασταίικο πάντως δεν ήταν. Οι Κρυονερίτες/σες μπολιάστηκαν με το γνωστό πια κεντράδι κι όλο και κάτι περί χρόνια(!)ματσουλάνε. Οι Μπασταίοι κι οι Μπασταίες, όχι. Ο ανόητος χαζορατσισμός, νομίζει βλακωδώς, πως είν' εύκολο κάποιος να γεράσει! Να γίνει από πιτσιρικάς, ας πούμε, ογρομήντα, ογρονήντα κι εκατό. Σαν μπεμπεκίζουνε ολημερίς κι ολονυχτίς, πως να βαράς με το διπλό τ' αραποσίτι και ναντο ...  φχαριστιέσαι, στα εκατό σου!
Οι Μπασταίοι ήξεραν ένα μόνο ι. Αν κάποιος τους έλεγε για τόσα πολλά ι θα χάιδευαν περιπαθώς τη φορτωτήρα ή τη λαγούσια και θα αρκούνταν στα πατρογονικά Αρβανίτικά τους. Το ι συνοδευόμενο με ένα αχνό χ, που το πρόφεραν σαν πονούσαν ή γκιάγανε (εγγίζανε, ντε) το μιτζούλι (πληγή με κρούστα, ντε)στο χ(ι)έρι ή το πόδι. Αυτό το ιχ, ήταν ρουφηχτό κατά φυλοκάρδι μεργιά. Δεν το φωνάζαν προς τα έξω, όπως το λέγαν στο σχολειό, σα μαθαίναν γράμματα. Α, και σαν νιρίζανε τα νιάνιαρα, βγάναν ένα ι, υγρασμένο από το κλάιμα.
Για τα δίφθογγα δεν λέγαν τίποτις. Μόνο το ου ακουγότανε συχνά απ' τις γυναίκες, σα φωνάζαν τα παιδιά τους ή τους άντρες. Και κατά περίεργο τρόπο, αυτό το ου το βάζανε στο τέλος. Ποτέ στην αρχή. Έτσι: -Θοδωρή, ουουου... Για ν' ακουστούν πιο μακριά, κάνανε τα χέρια τους χωνί στο στόμα.
Αναρτήθηκε από Θεόδωρος Γ. Δημόπουλος






==============================







Γ  4. Η  χρηματοπιστωτική κρίση

Το κραχ, οι κρωγμοί και οι Μπασταίοι. H τελευταία καπιταλιστική κρίση – κραχ του ιμπεριαλισμού, με τη Λενινιστική έννοια του όρου, σαν του τελευταίου σταδίου του καπιταλισμού σε ακραία σήψη, ήταν αυτή του 1929. Το ιδιωτικό - καπιταλιστικό κεφάλαιο καταστράφηκε σ’ αυτό κραχ. Το μικρό χωριό Μπάστα, κρυμμένο στην πρώτη απ' το νοτιά, πλαγιά της Ωλένιας βεντάλιας των πευκόφυτων γκρεμών, δεν το πήρε χαμπάρι. Πριν ένα χρόνο (1928), κάποιοι περιγραμμάτου, άλλαξαν σαν «βαρβαρικό» του όνομά του, αν και η επιτροπή των σοφών (Πολίτης, Μέγας κ.λ.π) το 1912 το αναγνώρισαν σαν πολιτισμένο. Ούτε κι αυτό το πήρανε χαμπάρι οι Μπασταίοι. Οι κρίσεις και τα κραχ αφορούν τις αναπτυγμένες χώρες κι όχι τις φτωχές, που μπορεί και να τις ευνοούν. Οι καπιταλιστικές κρίσεις και κραχ προϋποθέτουν και αντίστοιχη κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη. Ο πάτος της φτώχιας δεν έχει κι άλλον πιο κάτω. Οι καθυστερημένες χώρες βρίσκονται σε διαρκή κρίση που κρατάει όσο ευημερούν οι αναπτυγμένες. Σαν αρρωσταίνει ο αφέντης, όλο και κάποιο κρυφό μειδίαμα ελπίδας γεννιέται στους φτωχούς. Οι Μπασταίοι δε γνωρίζανε τον ξενικό όρο κραχ (ραγδαία πτώση των τιμών των μετοχών του Χρηματιστηρίου), λέγανε όμως μια φράση για πεινασμένους: «κάνανε κρα». Βέβαια νοούσανε τη κραυγή του πεινασμένου μαύρου κόρακα, αλλ’ αυτό δεν πολυαλλάζει το νόημα. Μάλλον εκφράζει και με το παραπάνω και οικονομική την πραγματικότητα, που δημιουργείται σε ένα κοινωνικοοικονομικό κραχ. Οι κρωγμοί μαύρων κορακιών, που πετούν στον ουρανό, δεν είν’ ευχάριστο θέαμα και άκουσμα …
       Η προσπάθεια επίλυσης της κρίσης από το κραχ του 1929, με καθαρά ιμπεριαλιστικά μέσα και μέτρα, ήταν ο επονομαζόμενος Β’ παγκόσμιος πόλεμος. Οι Μπασταίοι, αντίθετα απ’ ότι στους μεγαλοκαρχαρίες του χρήματος, τους «βγήκε σε καλό». Η 10ετία του ’30 ήταν η πιο καλή τους. Η τιμή του ρετσινιού έφτασε στα «ύψη». Τα δίπατα σπίτια υψώθηκαν στο χωριό. Κι αν κάποιος τους έλεγε για κραχ και συνακόλουθες καταστροφές, θα γέλαγαν ειρωνικά και … θα λέγανε Μπασταίικα: «φέρτε μας κι άλλα τέτοια»! Ό,τι κι αν λέγανε οι Μπασταίοι, το τέλος ήταν οικτρό για το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα και το καπιταλιστικό - ιδιωτικό κεφάλαιο.
      Τα μέτρα, που πάρθηκαν στο ΜπρέτονΓουντς, ήταν η συνθήκη οικοδόμησης του καπιταλισμού, μόνο που θεσμοθετούσε μέτρα, που οικοδομούσαν την κοινωνική συνοχή και συνέχεια, σε ξένο κοινωνικοοικονομικό σχήμα και οικόπεδο. Ο Κεϊνσιανισμός, η οικοδόμηση δηλ. της καταστρεμμένης οικουμένης με κρατικά κεφάλαια, που προέρχονταν από τη φορολογία της κοινωνίας και είναι καθαρά κοινωνικό κεφάλαιο, είναι μέτρα πέρα για πέρα αντικαπιταλιστικά. Αυτήν την πολιτική εισηγήθηκε ο Τρότσκι το 1920, όταν διαπίστωσε ακραία φαινόμενα στο νεοσύστατο Σοβιετικό κράτος και έγινε η βάση για την σοβιετική ανάπτυξη της 10ετίας του 1920, γνωστή σαν ΝΕΠ [Νέα (New) Οικονομική (economy) Πολιτική (politics)]. Ο Κεϊνσιανισμός είναι ανομολόγητο «αντίγραφο» της ΝΕΠ,  που εφαρμόστηκε στο νεογέννητο σοβιετικό κράτος με διοικητικά μέτρα και χωρίς πολλές επεξεργασίες! Στα άπαντα του  Λένιν υπάρχουν λίγες «θεωρητικές» γραμμές για τη ΝΕΠ και μια φοβερή εγκύκλιος προς τους 100 κορυφαίους δικαστές, στην οποία  παραπονιέται πως δεν έστησαν στον τοίχο πολλούς που αμφισβητούν  την ΝΕΠ, με την προσημείωση: «Προσοχή! Μη φτάσει στα χέρια των εχθρών μας».  Η πίστη είναι σοσιαλιστικό φρούτο. Η μαφιόζικη καπιταλιστική "πίστη", με το πιστόλι στον κρόταφο και μαχαίρι στην πλάτη, δεν είναι πίστη. Η αγορά με στρατούς και αστυνομίες στην υπηρεσία της δεν είναι και τόσο ελεύθερη, όσο διατείνονται οι οπαδοί της. Αυτό το κρύβουν οι κατεργαραίοι  όπου γης, που απαιτούνε: ελεύθερη αγορά ή μέτρα για απελευθέρωση των αγορών και όχι μέτρα για να μπει η αγορά στην υπηρεσία της κοινωνίας. Και όλα αυτά χωρίς ποτέ να ρωτάνε τους Μπασταίους!
      Στο ΜπρέτονΓουντς μετά τον πόλεμο, θεσμοθετείται η ισοτιμία του χρυσού με το δολάριο. 45 χάρτινα δολάρια εξισώνονται με 1 ουγκιά χρυσάφι. Το πιο πολύτιμο μέταλλο εξισώνεται μ’ ένα τόσο δα χαρτάκι. Ο χρυσός, από τη μια, είναι ένα αγαθό σε ανεπάρκεια, που ενσωματώνει μεγάλη ποσότητα εργασίας και είναι αξία χρήσιμη, όχι μόνο στη γυναικεία ματαιοδοξία και τα άλλα λιγούρα, αλλά και ιστορικά χρηματική. Είναι ιστορικά το χρηματικό ισοδύναμο, με ενσωματωμένη υπερχρήσιμη ξοδεμένη εργασία (εργατική δύναμη). Από την άλλη, ισοτιμιέται με 45 δολάρια, ένα χαρτονόμισμα με ενσωματωμένη μηδενική αξία παραγωγής (εργασίας). Κάθε χάρτινο νόμισμα έχει τόση πραγματική αξία όση και η εκτύπωση του χαρτιού του. Όλα τα χαρτονομίσματα παίρνουν την αξία τους, από την πίστη που εμπνέουν στους χρήστες τους και τις συνακόλουθες νομοθεσίες, όπως οι νόμοι που αφορούν τη μη μετατρεψιμότητά τους σε χρυσό. Από τότε όλα τα χαρτονομίσματα είναι αποδείξεις, που δεν μπορεί κανένας να εξαργυρώσει. Αν δεν έχετε πάει φυλακή και θέλετε να πάτε, απαιτήστε επίμονα από μια τράπεζα το αντίτιμο του τραπεζογραμμάτιού σας σε χρυσό και … πολύ γρήγορα θα βρεθείτε στον προορισμό που έχουν έτοιμο από καιρό. Αυτή την ανοησία ποτέ δεν την κάναν’ οι Μπασταίοι. Αν κάποιοι πήγαν φυλακή, πήγαν γι’ άλλους λόγους. Εξ άλλου δεν είχαν τι να κάνουν το χρυσάφι. Οι αρρεβώνες γίνονταν μια φορά και οι βέρες δεν ήταν απαραίτητο να είναι από χρυσό. Και κάποιο συρμάτινο κουλούρι, έκανε την ίδια δουλειά, αν όχι και καλλίτερη. Ο παπάς, που ήταν πάντα παρών σε τέτοια γεγονότα, δεν είχε ποτέ του αντιρρήσεις. Οι Μπαστιώτισσες όλες λαχταρούσαν το χρυσάφι, όπως όλες οι γυναίκες του κόσμου. Ποτέ τους όμως, δε διαλύσανε συμπεθεριό από την απουσία χρυσού δαχτυλιδιού. Άλλοι λόγοι κάναν τη ζημιά.
      Η ισοτιμία μια ουγκιάς χρυσαφιού, πάντα χρήσιμου αγαθού, με ένα χαρτάκι με θεσμημένη λειτουργία, ακατάλληλο, όμως, ακόμα και για τη γνωστή ευαίσθητη προσωπική χρήση, είναι μια κατά κράτος ενυπόγραφη - ιστορικά ανομολόγητη - ομολογία των κορυφαίων εκπροσώπων του ιμπεριαλισμού, για το οριστικό τέλος του κοινωνικού τους συστήματος. Και βέβαια κρύψανε, κρύβουν και θα κρύβουν, σαν καλοί κατεργαραίοι, το όνομα του κοινωνικού συστήματος, που θέλει το χαρτονόμισμα, σαν μέσο και μόνο, εξυπηρέτησης της κοινωνίας και όχι σαν αγαθό, που παράγει πλούτο στα αρπαχτικά όρνια της ιστορίας, βιομηχάνους, εφοπλιστές και τραπεζίτες και ομοϊδεάτες τους . Όλα αυτά τα αρπαχτικά, ανίκανα σαν άτομα, να φτιάσουν μια καρφίτσα και να δέσουν τα βρακοζώνια τους χωρίς Προδρόμους, εκμεταλλεύονται τις επιστημονικές και τεχνολογικές κατακτήσεις της κοινωνίας και με τους ιδιωτικούς και κρατικούς εφεδρικούς στρατούς τους, ξεκοκαλίζουν και τρομοκρατούν ταυτόχρονα την κοινωνία, κατατρομαγμένοι πάντα οι ίδιοι. Πως να κοιμηθείς ήρεμα σαν σε φυλάνε 10 φουσκωτοί! ¨Όλοι οι Μπασταίοι  τρίζανε τα δόντια τους για τις αρπαχτικές τους συμπεριφορές.
        Όταν η κοινωνία διαθέτει το κύρος της για να στηρίξει τράπεζες και παραγωγικό ιστό, τότε το κοινωνικό αυτό κεφάλαιο, έχει ένα όνομα, που φρικιάζουν σαν προφερθεί. Ο ανεκδιήγητος Μπους, πρόφερε τη λέξη με αποτροπιασμό. Τα οικονομικά μέτρα, που η ιστορική ανάγκη τον ανάγκασε να πάρει με έκδηλο τον τρόμο βεβαίωνε  «προς θεού, δεν είναι, σοσιαλιστικά»! Ό,τι και  να πει κανείς για το Θεό του Μπους θα ΄ναι πολύ λίγο! Κατά τα άλλα, το κοινωνικό σύστημα, που σ’ αυτό, και μόνο σ’ αυτό, δικαιολογούνται τέτοιες ενέργειες, δεν πρέπει να κατονομάζεται. Πώς να γλύψουνε τις σιχασιές τους, τόσων και τόσων καιρών. Τα φονικά εγκλήματα σε βάρος τις κοινωνίας και των σοσιαλιστών, γίνανε εξαγριωμένες ερινύες στα σώψυχά τους και κρώζουν και στο ξύπνο τους. Καλά να πάθουνε, γιατί δεν ρωτήσαν τους Μπασταίους και τα Μπαστιωτόπουλα.
         Βουβή η αγορά τους, που πριν ένα χρόνο έλυνε «πάσαν νόσον» και πρόβλημα της κοινωνίας. Έχει γελοιοποιηθεί μαζί με τους θιασώτες της. Οι νομπελίστες ιεροκήρυκες και οι φονταμενταλιστές οπαδοί της, έχουν εξαφανιστεί. Ούτε ένα επικήδειο για την μεγαλειοτάτη. Που είναι οι προεδράρες, οι πρωθυπουργάρες και οι υπουργάρες, που κατακεραύνωναν τους αμφισβητίες της ελεύθερης αγοράς τους. Λέτε να κάνουν με τις σοφίες τους γαργάρες ή ετοιμάζουν τις προβιές τους στα κατασκότεινα ραφεία; Κάτι ακούγεται για τράπεζες των τοξικών αποβλήτων, καινούργια ... ομόλογα για αναθέρμανση της επενδυτικής δραστηριότητας των επιτηδείων κι όσοι πιστοί ... Οι ιεροί ναοί των Χρηματιστηρίων, ιστορικοί θεσμοί απαξίωσης των αξιών, είναι ορθάνοιχτοι και περιμένουν τους πιστούς με σεμνοταπεινούσες λιβρέες. Ξέχασες τους αφελείς, πετιέται ο από Γκουγκουλώρας μεριά.

        Ο χρυσός κανόνας. Η κρίση, που έχει ξεσπάσει εδώ και καιρό, δεν έχει καμία σχέση με τη μεγάλη κρίση του 1929 ή του ’71, λένε οι περισσότεροι «κρισηλογούντες». Στην πραγματικότητα είναι η ίδια κρίση του καπιταλισμού στη γεροντική του ηλικία. Εκείνη ήταν κρίση ανάπτυξης του κοινωνικοοικονομικού συστήματος (καπιταλισμού) πέρα από τα όριά του. Ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα με τη μορφή του πληθωρισμού (αγαθά χωρίς αξία), που πρωτοεμφανίζεται στη Γαλλία, όπου, πολύ πριν ακούστηκαν και τα πρώτα «σοβαρά» τραυλίσματα για σοσιαλισμό (ουτοπικοί). Πριν το 1910 ισχύει ο χρυσός κανόνας. Όποιος προσκόμιζε στην τράπεζα το χαρτονόμισμα, έπαιρνε την αναγραφόμενη χρηματική αξία σε χρυσό. «Πληρωτέαι επί τη εμφανίσει δραχμαί …» γράφανε όλα τα χαρτονομίσματα. Για τη λύση – θεραπεία της κρίσης χρησιμοποιήθηκε ο πόλεμος (επικράτησε να λέγεται Α’ παγκόσμιος πόλεμος). Το αποτέλεσμα της «θεραπείας» ήταν ο κόκκινος Οχτώβρης, που συγκλόνισε όλο τον κόσμο. Χαροποίησε τη φτωχολογιά (νέους, γέρους και … γριές!) και κατατρόμαξε τα χρυσά παιδιά και πιο πολύ τα μαλαματένια γερατειά (golden bois and golden thigly old age!). Στη 10ετία του ’20 καταργείται οριστικά ο χρυσός κανόνας και θεσμοθετείται η μη ανταλλαξιμότητα. Τα χαρτονομίσματα απαγορεύεται να ανταλλάσσονται με την αντίστοιχη ποσότητα χρυσού.  
        Ο σοσιαλισμός, ανεξάρτητα από τις ομορφιές ή τις ασχήμιες του, τις λατρευτικές εκδηλώσεις από τους οπαδούς ή τις βρισιές από τους εχθρούς, πρέπει να είναι και είναι, ο αναγκαίος τρόπος επιβίωσης του ανθρώπου κι όχι καλοπέρασης. Τα περί χρυσών κουταλιών είναι οπαδικά απωθημένα. Μέχρι σήμερα οι καλοπερασάκηδες, πόρσες και λαμποργκίνια, δεν αλλάζανε με τίποτα. Προτιμούσαν το θάνατο από την κακοπέραση. Τώρα θα δούμε πόσ’  απίδια πιάνει ο σάκος, ακούγεται ξανά η φωνή από τη Γκουγκουλώρα.

κοινωνική λειτουργία. Δε φταίνε οι άνθρωποι που γεννιούνται πλούσιοι ή φτωχοί. Κανένας δε διάλεξε μάνα ή πατέρα. Ίσως να φταίνε σε κάποιο βαθμό κάποιοι, σαν γίνονται καλόγεροι ή αστυνόμοι. Αυτό όμως αθωώνεται, αφού δεν υπάρχει πιο καθολικός ανθρώπινος νόμος από την επιθυμία του πλουτισμού –συσσώρευσης αγαθών σε ανεπάρκεια-. Και για την κρίση δε φταίνε τα κακά «χρυσά παιδιά» κι οι «καλόγεροι», βιομήχανοι, εφοπλιστές ή τραπεζίτες. Όλοι τους πειθαρχούσανε στον απόλυτο νόμο και κάνανε «καλά» τη δουλειά τους. Τελευταία οι βιομήχανοι γλύφουν εκεί που φτύνανε και μιλάνε σοσιαλιστικά! Ο Δασκαλόπουλος, πρόεδρος των βιομηχάνων εδώ και καιρό φωνάζει: «Φορολογείστε το κεφάλαιο». Κάτι που έμοιαζε σαν κραυγή απελπισμένου. Ο Βγενόπουλος με θρασύτητα ξεφώνισε τους βουλευτές: Εσείς με τους νόμους σας μας φτιάχνετε! κι αυξαίνει τα κεφάλαιά του κατά 5 1/2 δις γιούρο! Κι ο Σόρος έσυρε από το υποσυνείδητό του: Η σημερινή κρίση είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας του κεφάλαιου! Αυτό είναι κάτι που λέει ο Μαρξ: Το κεφάλαιο σε τελευταία ανάλυση είναι κοινωνική λειτουργία. Και βέβαια ο Σόρος δεν αναφέρει το όνομα του Μαρξ, και, όπως κάνουν πάντα οι κατεργαραίοι, λέει τα μισά. Παραλείπει το σκιάζαρο, που πλανιέται πάνω από τα κεφάλια, τα κεφάλαια και τα σχέδιά τους. Και το φάντασμα αυτό είναι ο νόμος τάσης πτώσης του ποσοστού κέρδους, που τώρα είναι απόλυτη. Το συνολικά επενδυμένο κεφάλαιο, όχι μόνο δεν παράγει κέρδος, αλλά καταβροχθίζει τον εαυτό του και τη συνολική του λειτουργία, όπως «σοφά;» και με βαθειά πίκρα διαπιστώνει ο Σόρος και οι τραπεζοεφοπλιστοβιομήχανοι. Μπας και αυτό είναι το τέλος της λειτουργίας του καπιταλιστικού κεφάλαιου; Κι οι καλοζωισμένοι κάποια στιγμή τα κακαρώνουν, λένε Μπασταίικα οι Μπασταίοι. Τα παραγόμενα αγαθά πρέπει να μοιράζονται σύμφωνα με τις ανάγκες και να μη αποθησαυρίζονται. Το κέρδος από κίνητρο έχει γίνει το αδηφάγο τέρας που τρώει το μπαμπά και ... τη μαμά του. Το τελευταίο κραχ-κρίση του 2008, καταβρόχθισε  353 τρις δολάρια.
- Και πού 'σαι ακόμα, γρυλίζει ο από Γκουκουλώρας μεριά!
Ο ίδιος Σόρος λίγο αργότερα ξεκαθάρισε: Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής που ξέραμε έχει τελειώσει οριστικά!  Βέβαια, αφήνει να εννοηθεί πως θα βρεθεί κάποιος καινούργιος καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Και βέβαια θυμίζει την αλπού (έτσι λέγαν οι Μπασταίοι  το γνωστό ζώο που τους έτρωγε τις κότες)  του Αίσωπου, που προφητεύει πως του χρόνου θα ‘χει σταφύλια η κληματαριά, γιατί αρέσαν στην κοιλιά της!

Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Το παλιό, αν είναι συνετό, αποχωρεί ειρηνικά από το προσκήνιο της ιστορίας (Ένγκελς), αλλιώς, φεύγει κλοτσηδόν. Ο Δεκέμβρης του 2008, δεν είναι και πολύς καιρός, που οι Πιτσιρικάδες του δώσαν και κατάλαβε! Κατάλαβε; Αν δεν ... κακό του κεφαλιού του, που λέγαν κι οι σοφοί Μπασταίοι! Η ανθρωπότητα ή είναι συνετή και ασχολείται σοβαρά με την οικοδόμηση του καινούργιου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, μ' όποιο όνομα κι αν ειπωθεί ο Σοσιαλισμός, αναγκαίος τρόπος επιβίωσης της ανθρωπότητας ή τη θέση του παίρνει η πιο άγρια βαρβαρότητα, που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότη. Πολλοί τρομάξανε σαν άκουσαν το Γιώργο Παπανδρέου, πρόεδρο στη σοσιαλιστική διεθνή, να ξεστομίζει το παμπάλαιο σύνθημα- απαίτηση των που ξέρανε καλά. Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα!

Το τρελοκομείο σ΄ όλο του το μεγαλείο ξεδιπλώνεται. Κάποιοι περισπούδαχτοι βλάκες γελάσανε για τη μεγάλη, καθώς πιστεύουν, χαζομάρα που ξεστομίζει ένας σοσιαλιστής. Κάποιοι παραξενεύονται π’ ακούν βιομηχάνους, την καρδιά του καπιταλισμού, να κραυγάζουν πριν έρθει το κακό: "φορολογείστε το κεφάλαιο", σαν βλέπουν το κακό να έρχεται και τον ηλίθιο ΥΠΟ να αλογοχαζογελάει. Που να ακουστεί πως ο ΣΕΒ απαιτεί φορολόγηση του κεφαλαίου! Και βέβαια το κάνει ο ΣΕΒ, που είναι πραχτικά ο άμεσα υπεύθυνος του τι γίνεται ή τι θα γίνει και θέλει να καθυστερήσει, μπας και κάτι γίνει και σώσουν τα μέλη του την καλοπέρασή τους - γιατί όχι, που ξέρεις(:) και τα κεφάλ(α)ια τους. Κι αυτό δεν είναι καθόλου φιλολογία. Λέγεται και είναι «Αγών περί υπάρξεως». Δεν είν' κι εύκολο να ζεις από το δικό σου μόχθο ή να σε ψάχνουν με τις τσουγκράνες οι ... Αϊζενστάιν. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως  είν' κι εύκολο να γίνεις ζόμπι και να πίνεις τον ιδρώτα των άλλων, σοβαρακούγεται από τη Γκουγκουλώρα.

Τα αίτια . Οι θεσμικοί λένε: «Την κρίση έφερε η ανθρώπινη απληστία» (Αρχιεπίσκοπος, πρόεδρος της Δημοκρατίας κ.ά.), που αν λείψει ή περιοριστεί, θα ξεπεραστεί, αφήνουν να εννοηθεί. Η απληστία του homo ekonomicus, αθώου ιδεολογικά, θρησκευτικά και πολιτικά πλάσματος, που κοιτάζει μόνο το δικό του συμφέρον, είναι η πηγή του «κακού», κι αν μετανοήσει ειλικρινά και αλλάξει γνώμη, μπορεί κάτι να γίνει! Λέτε, ο αρχιεπίσκοπος κι ο πρόεδρος να θέλουνε το σοσιαλισμό; Αν είναι έτσι, τότε «βγήκαν στους τόπους τα θεριά …» κι ο «σώζων εαυτόν σωθήτω»! «Ο γαρ Δεκέμβριος εγγύς», που λένε κι οι πιτσιρικάδες, χωρίς να κουνάνε δάχτυλα και τέτοια. Μόνο πέτρες πετάγαν τα παιδιά. Το γνωστό παιχνίδι του πετροπόλεμου. Μα τόσο σοβάρεψε αυτό το παιχνίδι, μονολογεί από τη Γκουγκουλώρα.
Για το καλό των εργαζομένων! Όλοι, μα όλοι οι κομματικοί καπεταναίοι, κυβερνήσεις, χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί κι όλοι οι οικονομολόγοι και οικονομολογούντες, που αλυχτούν κατά μεριά τους, δεν περίμεναν ένα τέτοιο κακό. Οι ίδιοι τρέφανε και απολάμβαναν και συνεχίζουν να απολαμβάνουν τα αγαθά των «τοξικών τους αποβλήτων». 28 δις ευρώ στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τις τράπεζες της Ελλάδας, για να χρηματοδοτήσουν τις επιχειρήσεις, κάμποσα στους εισαγωγείς και εξαγωγείς(;) όλων των ειδών, για να μη χρεοκοπήσουν και πεταχτούν στο δρόμο οι μαύροι οι εργαζόμενοι... μιας και όλα τα κάναν και τα κάνουν για το καλό τους ... Και όλα αυτά τα δις από το κοινωνικό κεφάλαιο, την πίστη που εμπνέει το κράτος, δηλ. όλη η κοινωνία, που με τη φορολογία επιδοτούνται οι επιτήδειοι... Αλήθεια υπάρχει έστω και ένα περίπτερο που να μη χρωστά στο κράτος! Αν ήθελε και, βλακωδώς, το έκανε το κράτος, μπορούσε να αγοράσει με 15 δις ευρώ όλες τι τράπεζες! για να γίνει η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης. Το κράτος ν' αγοράζει σε τιμή ευκαιρίας αυτά που χάρισε πριν λίγο! Δεν ακούγεται λίγο κουφό; Θεόκουφο και  θεοπάλαβο
Ο έλεγχος και το ατύχημα. Λέει λοιπόν ο Βίλεμ Μπόιτερ, ΒΗΜΑ 8.3.’09. «Ό,τι συνέβη ήταν ένα ατύχημα … παραπροϊόν του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος …» και πως «… τα χειρότερα έρχονται». Και επισημαίνει πως : «Ενώ οι μεγάλες τράπεζες είναι διεθνείς και οι χρηματοοικονομικές αγορές παγκόσμιες, ο έλεγχος γίνεται σε εθνικό επίπεδο». Αφήνει σαφώς να εννοηθεί πως αν ο έλεγχος ήταν παγκόσμιος θα μπορούσε να αποφευχθεί «το ατύχημα»! Και προτείνει για λύση, ο Βίλεμ Μπόιτερ: « … Το κράτος να δημιουργήσει νέες τράπεζες αντί να εθνικοποιεί τις παλιές … δεν έχει λόγο να στηρίζει με χρήματα των φορολογουμένων τους μετόχους και τους πιστωτές τραπεζών, που επένδυσαν σε «τοξικά προϊόντα». «Τα σκουπίδια να μείνουν στα χέρια των μετόχων. Τα χρήματα των φορολογουμένων να χρησιμοποιούνται για νέα δάνεια και όχι για τις παλιές ζημιές». Το πρώτο του αίτημα ικανοποιήθηκε από τους Ευρωπαίους ηγέτες. Τα άλλα μόνο οι πιτσιρικάδες μπορούν. Δεν έχουν βλέπεις καθόλου μυαλό και άιντε να τα δείρεις. Μόνο να τα δολοφονήσεις μπορείς ... και τότε μην είδατε τον Παναή και όλα τα λυμένα σκυλιά, γρυλίζει ο από γκουγκολώρας μεριά! Για το ατύχημα τι να πεις. Είναι να μη σου τύχει. Τι κρίμα! «γαμώ την ατυχία» τους, λέει ο γνωστός πιτσιρικάς και περπατεί! Έτσι απλά. Λες και χρωστά η κοινωνία στους άπληστους και στην απληστία τους! Μα, αν χρωστάς της Μιχαλούς …, που λέγαν κι οι Μπασταίοι, και δεν προχωρούσανε πιο κει.

Στο ίδιο έντυπο ο … και στο άλλο, ο … και η …, λέγανε λένε και θα λένε χειρότερα από τον καλούτσικό μας Βίλεμ. Τσιμουδιά, όμως για το νόμο πτωτικής τάσης του % του κέρδους, που σαν τη ζωή, σαν μεγαλώνει, λιγοστεύει και κάποια στιγμή τελειώνει για να μεταλλαγεί σε άλλες μορφές, όσο απεχθείς κι αν φαίνονται ή είναι. Το νόμο αυτό τον διατύπωσε ο Μάρξ, που γελάστηκε ο μαύρος, γιατί δεν ήξερε … Γιατί αν ήξερε ό,τι ξέρουν οι νομπελίστες οικονομολόγοι της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς και τέτοιες … σοφές κουβέντες και λόγια της πλώρης, δε θα γελιότανε ο μαύρος και δε θα ξεφτιλιζόταν τόσο πολύ, όσο οι άσπροι τιμημένοι νομπελίστες, λάτρεις της αγοράς και περιφρονητές του κακόμοιρου του Μάρξ, όπως θα λέγανε και οι Μπασταίοι!

εργατομπαμπάδες και εργατομαμάδες. Την κρίση τη δημιουργήσανε οι καπιταλιστές, λένε όσοι μιλούν στο όνομα της εργατικής τάξης και των εργαζομένων γενικά (ΚΚΕ, ΣΥΝ, ΣΥΡΙΖΑ και όλοι οι «προστάτες» των εργαζομένων, άλλα και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, σαν πουν τη γνώμη τους), που αν βγουν από τη μέση, θα διορθωθούν τα πράγματα! Μόνο που ξεχνά η άποψη αυτή, πως οι καπιταλιστές δεν μπορεί και δεν είναι δυνατό οι άνθρωποι αυτοί να είναι οι δημιουργοί της κρίσης. Είναι σαν να λες πως σκόπιμα θέλουν και να χάσουν τα κεφάλαιά τους σε ένα κραχ της θέλησής τους. Είναι πέρα από τρελό να καταστρέφουν αυτό αποχτήσανε με «έντιμο τρόπο», θυσίες, κόπους, δολοπλοκίες, απάτες, φόνους, πνιγμούς, καταποντισμούς, πολέμους με μαχαίρια και κουμπούρια, … Χιροσίμες , Βιετνάμ και άλλες θεάρεστες δραστηριότητες. Κάποιοι από αυτούς αφήνουν να εννοηθεί πως δεν υπάρχει πραγματικα κρίση. Είναι πρόσχημα, για να πάρουν πίσω τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης και των εργαζομένων. Όλοι, οι που μιλούν στο όνομα των εργαζομένων, αρνούνται πεισματικά τον παντοδύναμο νόμο τάσης πτώσης % κέρδους, που κάνει τους πάμπλουτους φτωχούς και … τους παραζωντανούς στέλνει στα θυμαράκια. Κακούργα αντίφαση, που κυβερνάς Κουβέρνα και θελήσεις … Δε φταίνε για την κρίση, τα κραχ και το κακό, οι μαύροι οι καπιταλιστές, θα λέγαν οι Μπασταίοι. Κάνανε το παν για να πλουτίσουν και να τι κακό τους βρήκε. Ίσως και να φταίει το κακό τους ριζικό, που πεισμώσανε και γίνανε αφεντικά και τώρα πάει ‘κείνη δουλειά. Τι να κάνουν τώρα που τα 253 1/2 τρις $ σε μετοχές, είναι άχρηστα χαρτιά και κανένας δεν τα θέλει ούτε για τον ωραίο τους βεσέ! Λέτε η Παπαρήγα, ο Αλέκος ή ο Αλέξης και οι άλλοι αριστεροί καπεταναίοι καταφέρουν να λειτουργήσει η κοινωνία χωρίς κοινωνικές σχέσεις ιδιοχτησίας, μιας και συχνοτραγουδάνε, σαν άλλοι καλοχριστιανοί: «στον άλλο κόσμο… που θα πας …» και ... Νικολοκαρτέρα, ξαναχτυπά ο από Γκουγκουλώρας βλακόσοφος.
Οι δικαιούχοι. Οι κεφαλαιοκράτες βιομήχανοι, εφοπλιστές και τραπεζίτες (καπιταλιστές), θεωρούν σαν αιτία της κρίσης το χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας των μέσων παραγωγής και των εργαζομένων. Μα και η απληστία τους, που όλο και ζητάνε αυξήσεις και δικαιώματα, που αν σταματήσουν ή και μειώσουν, σίγουρα τα πράγματα θα πάνε καλά! Οι μόνοι που λένε την αλήθεια. Αν δουλεύουν ασταμάτητα 25 ώρες το 24ωρο, ίσως κάτι γίνει. Έλα, όμως, που όλοι θέλουν ντιενεϊκά, να ασκήσουν το ύψιστο δικαίωμα στην τεμπελιά! Να συνταξιοδοτούνται πλουσιοπάροχα πριν γεννηθούν! Να πληρώνονται με ιδιαίτερα υψηλές αμοιβές για την άσκηση του ύψιστου δικαιώματος! Να βραβεύονται και να τιμούνται για το κατόρθωμα αυτό! Κι αν τους λάχει και γίνουνε ποτές αφεντικά, γιατί να μη λένε κι αυτοί τα ίδια! Τι Αφεντικά θα είναι, ακούγεται από τη μεριά της Γκουγκουλώρας.

Θυμίζουμε: Ο σοσιαλισμός θα έρθει από την πιο αναπτυγμένη χώρα έφη ο Μαρξ. Ο νόμος: ό,τι γεννιέται πεθαίνει, είναι καθολικός και δεν εξαιρούνται ούτε οι ... αναστημένοι. Λέτε να αποτελεί εξαίρεση ο καπιταλισμός. Για σκεφτείτε να ζούσαν όλα όσα γεννήθηκαν …! Όλες οι μύγες, τα σκυλιά και τα γουρούνια, όλα ...
Η αύξηση του χρέους συνεπάγεται και την αύξηση της πίστης και η πίστη είναι άλλο κοινωνικοπολιτικό σύστημα. Δε μπορεί να είναι καπιταλισμός, όπου ισχύει ο θάνατος σου ζωή μου. Σαν οι Τρέπερ, χαϊδεύοντας του μαρμάρινους όρχεις τους για γούρι και οι Πόλσον ποντάρουν στην οικονομική κατάρρευση χωρών για να κερδίσουν τα δις τους, η αλυσίδα για την τελευταία πράξη του κοινωνικού σχηματισμού τους είναι ήδη στο σαλόνι τους.

Κάτι πρέπει να λέει στον πρόλογό του στην "ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ" ο Κ. Μαρξ. Μπας και τα λέει όλα!

«Το γενικό συμπέρασμα όπου έφτασα και που μου χρησίμεψε έπειτα σαν οδηγητική γραμμή στις μελέτες μου μπορεί με λίγα λόγια να διατυπωθεί έτσι: Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι έρχονται σε σχέσεις καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέληση τους, σε σχέσεις παραγωγικές, που αντιστοιχούνε σε μια ορισμένη βαθμίδα όπου έχει φτάσει η ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των παραγωγικών σχέσεων αποτελεί το οικονομικό οικοδόμημα της κοινωνίας, την υλική (reale) βάση, επάνω στην οποία υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν ορισμένες πάλι κοινωνικές μορφές συνείδησης. Ο τρόπος της παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει την εξέλιξη της κοινωνικής, πολιτικής και διανοητικής ζωής ενγένει. Το τι είναι οι άνθρωποι δεν καθορίζεται από τη συνείδησή τους, αλλά, αντίστροφα, το κοινωνικό τους Είναι καθορίζει τη συνείδηση τους. Όταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας φτάσει σε ορισμένο βαθμό, οι δυνάμεις αυτές έρχονται σε αντίφαση με τις παραγωγικές σχέσεις που υπάρχουν, ή, για να μεταχειριστούμε τη νομική έκφραση, με τις σχέσεις της ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες ως τότε είχανε κινηθεί. Οι σχέσεις αυτές, από μορφές ανάπτυξης (Entwicklungsformen) των παραγωγικών δυνάμεων, γίνονται τώρα φραγμοί τους. Τότε αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με τη μεταβολή της οικονομικής βάσης, ανατρέπεται περισσότερο ή λιγότερο γοργά ή αργά ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα.


Όταν αντικρίζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει πάντα να ξεχωρίζουμε την υλική ανατροπή των οικονομικών όρων της παραγωγής –που πρέπει να την εξακριβώνουμε πιστά με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών– από τις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές μορφές, με μια λέξη, από τις ιδεολογικές μορφές, με τις οποίες οι άνθρωποι συνειδητοποιούν αυτή τη σύγκρουση και την αποτελειώνουν (ausfechten). Όπως ένα άτομο δεν το κρίνουμε από την ιδέα που έχει για τον εαυτό του, έτσι και μια εποχή ανατροπής δεν μπορούμε να την κρίνομαι από τη συνείδηση που έχει για τον εαυτό της ίσα-ίσα αυτή τη συνείδηση πρέπει να την εξηγήσουμε με τις αντιφάσεις της υλικής ζωής, με τη σύγκρουση που υπάρχει ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις. Ένα κοινωνικό συγκρότημα ποτέ δεν εξαφανίζεται προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να χωρέσει, και ποτέ δεν παίρνουνε τη θέση του καινούργιες και ανώτερες παραγωγικές σχέσεις προτού οι υλικοί όροι γι' αυτές τις σχέσεις να ωριμάσουνε μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας. Γι' αυτό, η ανθρωπότητα ποτέ δεν βάζει μπροστά της παρά μόνο τα προβλήματα εκείνα που μπορεί να λύση γιατί, αν παρατηρήσουμε καλύτερα, θα βρούμε πως κι αυτό ακόμη το ίδιο το πρόβλημα ξεπηδά μονάχα όταν υπάρχουν, ή τουλάχιστο βρίσκονται στο γίνωμά τους οι υλικοί όροι για τη λύση του. Σε χοντρές γραμμές, ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο νεότερος αστικός τρόπος της παραγωγής μπορούμε να πούμε πως είναι οι προοδευτικές εποχές της οικονομικής διαμόρφωσης της κοινωνίας. Οι αστικές παραγωγικές σχέσεις είναι η τελευταία ανταγωνιστική μορφή της κοινωνικής παραγωγής, ανταγωνιστική όχι με την έννοια ενός ανταγωνισμού ατομικού, παρά ανταγωνισμού που γεννιέται από τους κοινωνικούς όρους της ζωής των ατόμων· οι παραγωγικές όμως δυνάμεις που αναπτύσσονται μέσα στην αστική κοινωνία δημιουργούνε ταυτόχρονα και τους υλικούς όρους για τη λύση αυτού του ανταγωνισμού. Μ' αυτή λοιπόν την κοινωνική διαμόρφωση κλείνει κι η προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας.»
Αναρτήθηκε από Θεόδωρος Γ. Δημόπουλος στις 12.3.10 2 σχόλια









Γ  3. Αλληλογραφία     


Αγαπητέ Θόδωρε..!
Μπράβο...! Σπουδαία δουλειά...... μεγάλος κόπος .... πολλές ώρες εργασίας...!
Όλα τα κείμενα και οι αναφορές τέλειες....!
Ιδιαίτερα το Αλφαβητικό Λεξικό των Μπασταίων, (προσωπική άποψη) κλέβει το ενδιαφέρον και όσο μακριά να βρίσκεσαι, έχεις την αίσθηση ότι είσαι εκεί, στο χωριό.
Γνωρίζεις καλύτερα από τον καθένα ότι " Τα γραπτά μένουν ενώ τα λόγια πέφτουν" Είμαι βέβαιος ότι όλα αυτά θα είναι ξεχωριστή παρακαταθήκη στους μεταγενέστερους.
Δεν χρειάζεται να παροτρύνω ή να κάνω υποδείξεις για το αν πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια από την πλευρά σου, γιατί πιστεύω είσαι ο πιο κατάλληλος να το κάνεις.
Συνέχισε με καινούργιες και πιο συχνές καταχωρήσεις, έτσι απλά, για να χορταίνουμε την απουσία μας (από το χωριό μας) και να ποτίζεις για να μη ξεραθεί η μνήμη μας, για τον τόπο που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε.

Με εκτίμηση
Παναγόπουλος Γεώργιος
Σύμβουλος Ακινήτων
e-mail: panagopoulos@ellinika.gr

……….………………………………………….


Φίλτατε Γιώργο,
Μετά από «ογρομήντα(!) τόσα χρόνια φιλότιμης δουλειάς, έχω επιλέξει, ν’ ασκήσω το ύψιστο ανθρώπινο δικαίωμα. Αυτό της τεμπελιάς. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος δεν επιτρέπει ασυνέπειες και τέτοια. Όμως θα μπω στο επικίνδυνο καθήκον να απαντήσω στο γράμμα σου!
Κανένας δεν δυσαρεστείται από έντιμα καλά λόγια, σαν τα δικά σου.
Πέρα από τις ακαδημαϊκά ψυχρές ή γλυκερές αναφορές δόκιμων και μη που ασχολήθηκαν με το Χωριό, προσπαθώ να πλησιάσω την «ψυχή» του. Τη ζωτική δύναμη, που το ’κανε να υπάρχει και τώρα το εγκαταλείπει. Η «μαύρη τρύπα» έχει ρουφήξει την ομορφιά του.
Ένας μόνο γέρος με ένα σκυλί παρέα, δεν είναι πια χωριό ... Είναι η θλίψη από το απομεινάρι.
Το άρωμα του πρωτόγονου τρόπου ζωής χάνεται ... Η μαρτυρία των που ζήσανε και τους δυο τρόπους ζωής, πρωτόγονο και σύγχρονο, οφείλουν το πρέποντα επιμνημόσυνο...
Σαν η παλιά φαγούρα για δουλειά φουντώσει, θα σου κάνω το ... χατίρι, αφού έχω ξεχάσει το σκάψιμο και μπορεί να κάνω ... καμία ζημιά και δεν θέλω να τ’ ακούσω από το σέμπρο μου.
Φιλικά Θ.Δ.


Υ.Γ. Αν ασχολείσαι με την κατασκευή ιστοσελίδων και μπορείς να αναλάβεις την ιστοσελίδα www.mpasta.gr τηλ. στο 6945201415 begin_of_the_skype_highlighting 6945201415 end_of_the_skype_highlighting.


…………………………………………..


Αγαπητέ Θόδωρε,
Ανταποδίδω τις ευχές για ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ και ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ 2009.
Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο η άσκηση του ύψιστου δικαιώματος της τεμπελιάς, (από την πλευρά σου) χωρίς ασυνέπειες στην εφαρμογή του.
Ελπίζω και στο φούντωμα της φαγούρας για δουλειά να φουντώσει γρήγορα, αν και όταν και εφόσον εσύ κρίνεις, χωρίς να σε διακατέχει το άγχος της υποχρέωσης και σε δικό σου ελεύθερο χρόνο ανακλαδίσματος, να επιστρέφεις όπως ο ηθικός αυτουργός στον τόπο του εγκλήματος, δηλ. στη συγγραφή ...... " Έργα και ημέρες Μπασταίων".

ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Υ.Γ. Δεν κατάλαβες καλά. Δεν ασχολούμαι με ιστοσελίδες. Το αντικείμενο της δουλειάς μου θα το βρεις αν ανοίξεις το site: www.ellinika.gr
Έχω ανοίξει Μεσιτικό Γραφείο Ακινήτων και δραστηριοποιούμαι περιοχή Γέρακα και Γλυκά Νερά.

Με εκτίμηση
Παναγόπουλος Γεώργιος
Σύμβουλος Ακινήτων
e-mail:panagopoulos@ellinika.gr


……………………………………………………..



Γιώργο,
.... Κι όμως μπορείς να συμβάλεις
Έβλεπα το e mail σου και ... σ’ ένα διάλειμμα για να ξεκουραστώ - θέλει, βλέπεις, και η τεμπελιά ξεκούραση-, είπα να σου πω δυο πράγματα, που μπορείς να τα φορτωθείς και συ, για να ξαποστάσω κι ‘γώ μαύρος! Εκεί στη δουλειά, μπορείς, σαν θυμηθείς κάποια ιστορία, κάποια λέξη, φράση, ακόμα και γκριμάτσα του Μπασταίου μαμπάκη ή μάνας σου, να την καταγράψεις για να διασωθεί. Μόνο σαν γράψεις κάτι μένει. Sripta manent κατά πως λένε και οι περιγραμμάτου.

Με εκτίμηση
Θόδωρος Δημόπουλος

……………………………………………..


Αγαπητέ Θόδωρε,

Σπουδαία δουλειά..!
Ασκώντας «το ύψιστο δικαίωμα της τεμπελιάς», όπως λες κι ο ίδιος, συνταξιούχος πια, ταυτόχρονα έχεις προσφέρει στον τόπο σου, αυτό το μοναδικό και ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Σπουδαία παρακαταθήκη για τις τωρινές και επόμενες γενιές. Σκεφτείτε και να δούλευε... ( γιατί αυτό θέλει δουλειά και πολύ…. χρόνο). Προσωπικά θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες μου, αφενός για τη σύλληψη της καινοτόμου ιδέας και αφετέρου της υλοποίησής της.
Συνέχισε να μας ταξιδεύεις στον τόπο μας...με περισσότερα Μπασταίικα..!

Με εκτίμηση    Παναγόπουλος Γεώργιος


......................................


Αγαπητέ μου Γιώργο,
Ευτυχισμένο το 2010, καλές δουλειές κι ό,τι επιθυμείς συ και η οικογένειά σου.
Σαν γύρισα ’πό το χωριό, βρήκα το πιο πάνω γράμματά σου και … θυμήθηκα να σου θυμίσω κάτι που ζήτησα και στην τελευταία Γεν. Συνέλευση για τη συμβολή όλων στην προσπάθεια να ιχνηλατήσουμε τα «έργα και ημέρες» των Μπασταίων προγόνων μας. Σ’ αυτή τη Γ.Σ. του συλλόγου προέδρευες εσύ, αν το θυμάσαι. Ακόμα σου θυμίζω κάτι που σου έχω ζητήσει σε προηγούμενο γραφτό. Σου ’γραφα:
.... σ’ ένα διάλειμμα για να ξεκουραστώ - θέλει, βλέπεις, και η τεμπελιά ξεκούραση-, είπα να σου πω δυο πράγματα, που μπορείς να τα φορτωθείς και συ, για να ξαποστάσω κι ’γώ μαύρος! Εκεί στη δουλειά, μπορείς, σαν θυμηθείς κάποια ιστορία, κάποια λέξη, φράση, ακόμα και γκριμάτσα του Μπασταίου μαμπάκη ή μάνας σου, να την καταγράψεις για να διασωθεί. Μόνο σαν γράψεις κάτι μένει. Sripta manent κατά πως λένε και οι περιγραμμάτου .

Με την εκτίμησή μου
Θόδωρος Δημόπουλος




[1] Όλοι λένε έτσι τη λέξη  και όχι βοδομου… Αυτό για τους μπαμπινιώτες και τα μπαμπινιωτάκια τους
[2] Αρχές 3ης χιλιετίας
[3] ¨ … ζώα μικρά μετα μεγάλων … λέει  στον ψαλμό
     [4]. Έτσι λέγανε την άργιλο και τ’ άχυρα , που και τα δυο υπήρχαν σε αφθονία, τότε, στο χωριό .
[5] Ο πωρόλιθος
[6] Μακριά ραβδιά
[7] Τα σακάκια
[8]  Άλλο πράμα ήταν το αρνάρι[8] , εργαλείο με το οποίο ροκάνιζαν το ξύλο.
[9] Σαν ανάποδο σαμάρι …
[10] Δύο ραβδιά με ύφασμα ή κουβέρτα και δυο σκοινιά, για τη μεταφορά του μωρού στα χωράφια …
[11] Το σχοινί ή μια λουρίδα ύφασμα που έδεναν τα μωρά. Η φασκιά.
[12] Το άχυρο της βρώμης
[13] Ξύλινο δοχείο, που στη μέση ήταν πιο παχύ. Δενόταν συνήθως με τέσσερα σιδερένια ή ξύλινα στεφάνια. Είχε δύο τρύπες, μια στη βάση για να βγαίνει το νερό και μια στη μέση της κυρτής επιφάνειας για να γεμίζει.  
[14] Ο κουβάς
[15] Έτσι λέγανε στο χωριό , το Χιέσιμο ή το κατούρημα ή και τα δυο μαζί . Και , που και που , το λένε ακόμα .
[16] Έτσι λέγανε την πλαγιά που ορθώνεται κολλητά στο χωριό .
[17] Το αποχωρητήριο
[18] Το περιγραμμάτου  από κάτω
[19] Τηνγκαθημερνή .  Κανένας , χωρίς σκόπιμη προσπάθεια , δεν είπε : την  καθ… Αυτό πεδουκλώνει το νου …
[20] Εκεί είναι το τελευταίο νεκροταφείο .
[21] Ξύλινη βέργα που ανέμιζε προς τα πάνω στριφτά η κυρά , για να γίνει η  κλωστή που αύξαινε και πάνω σ’ αυτή την τύλιγε σε κουβάρι .
[22] Η ίδια ξύλινη βέργα που στο κάτω άκρο της τοποθετείτο το στρογγυλό ξύλινο  σφοντύλι .
         [23]   «1) Ανέμη: ξύλινο εργαλείο που περιστρεφόταν για το ξετύλιγμα της κούκλας του νήματος.
2) Ανεμίδι : μηχάνημα που συμπλήρωνε την ανέμη, όπου με την περιστροφή του τροχού της ξετύλιγε το νήμα από την ανέμη και το ξανατύλιγε σε καλάμια ή μασούρια.
3) Κλουβίστρα : ορθογώνια ξύλινη συσκευή που προσαρμόζονταν τα καλαμίδια.
4) Καλαμίδια: μικρά καλάμια που πάνω τους μαζευόταν το νήμα, όταν ξετυλίγεται από την ανέμη.
5) Τυλίχτρες: ξύλινες χοντρές διχάλες που τις έμπηγαν στο έδαφος και πάνω τους ακουμπούσε το πίσω «αντί» για να τυλιχτεί πάνω του το στημόνι. Σε μερικές γειτονιές ήταν μόνιμα τοποθετημένες.
Εξαρτήματα του αργαλειού.
1) Αντιά : δύο στρογγυλά ξύλα με διάμετρο 10-15 εκατοστών που στο ένα άκρο έχουν τετράγωνη κατάληξη και  τέσσερες τρύπες. Στο  μπροστινό (προστάντι), που το συγκρατεί  η κουρούνα, τυλίγεται το υφαντό καθώς φτιάχνεται και αβγαταίνει , ενώ στο άλλο το πισάντι τυλίγεται το στημόνι και το συγκρατεί η ποταμίστρα.
2) Κουρούνα: κοντόχοντρο κυλινδρικό ξύλο που στηρίζει το «προστάντι» και το συγκρατεί.
3) Ποταμίστρα: μακρύ κυλινδρικό ξύλο που στηρίζει και συγκρατεί το «πισάντι».
4) Χτένι: παραλληλόγραμμο με ύψος 10-12 εκατοστά περίπου, με πλήθος από λεπτά δόντια  από καλάμι που προσαρμόζονται σε δύο στενά παράλληλα καλάμια ή ξύλα. Υπήρχαν πολλά είδη χτενιών. Για τα κουκιαστά υφαντά χρησιμοποιούσαν το κοκκινόχτενο. Για τις μπαντανίες χρησιμοποιούσαν το πυκνόχτενο. Για τα υφάσματα που έφτιαχναν ενδύματα τότε το χτένι ήταν δίμιτο. Για τις καπότες και γενικά για την κοζά χρησιμοποιούσαν το απολυτό χτένι, με τα αραιά δόντια για να περνάει εύκολα το γνέμα. Το πιο μακρύ χτένι λέγεται «ξώπλατο».
5) Μιτάρια: κυλινδρικά ξύλα παράλληλα μεταξύ τους που πάνω τους είναι δεμένοι πολλοί λεπτοί σπάγγοι. Ανάλογα με το υφαντό άλλοτε χρησιμοποιούσαν δύο και άλλοτε τέσσερα.
6) Ξυλόχτενο: δύο οριζόντια ξύλα με αυλακιές. Αυτά δένονταν με δύο μικρότερα ξύλα κάθετα. Μέσα τους προσαρμόζεται και κλειδώνει το χτένι με το οποίο χτυπιέται το  υφάδι.
7) Σαΐτα: ξύλο ελλειψοειδές που ήταν σκαμμένο εσωτερικά και κατά μήκος συγκρατούσε  μια βέργα. Στη βέργα τύλιγαν το βαμβακερό νήμα που με το πέταγμα περνούσε μέσα στο στημόνι.
8) Μασούρι: ξύλο λεπτό, μήκους 40-50 εκατοστών που τύλιγαν πάνω του το μάλλινο νήμα που με το πέταγμα περνούσε μέσα στο στημόνι.
9) Ποδαρικά: δύο μικρά ξύλα συνδεδεμένα με τα μυτάρια που τα πατούσαν διαδοχικά. Έτσι άνοιγε το στημόνι (το στόμα) για να περνάει η σαΐτα. »
[24] Οι κάπες
[25] Η παροιμία ολόκληρη λέει :“Ο ύπνος θρέφει το παιδί κι ο ήλιος το μουσκάρι και το καρσί …”